Η νέα ταινία της σκηνοθέτιδας Στρατούλας Θεοδωράτου, με τίτλο «Πανίδα», που προβάλλεται αυτές τις μέρες online και δια ζώσης στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μας ταξιδεύει στην καρδιά της Αθήνας κατά τη διάρκεια κοινωνικών αναταραχών, εξερευνώντας τις έννοιες της αλήθειας, του θυμού και της απώλειας μέσα από τα μάτια μιας ιδιαίτερα ανθρώπινης και ταυτόχρονα σκληρά ρεαλιστικής ιστορίας. Με αφορμή την ταινία, η σκηνοθέτης Στρατούλα Θεοδωράτου, μας μιλά για τον τρόπο που η ανεξέλεγκτη πληροφορία θολώνει την αντίληψή μας για την πραγματικότητα, ενώ τονίζει τη σημασία της αναζήτησης της αλήθειας, ανεξάρτητα από την επίτευξη ή όχι μιας απόλυτης βεβαιότητας. Με προσωπικές αναφορές στην απώλεια της μνήμης αλλά και με συνδέσεις στο σύγχρονο αθηναϊκό τοπίο ως σκηνικό διαμαρτυρίας και προσδοκίας, η κ. Θεοδωράτου αποτυπώνει την κοινωνία μας σαν μια «πανίδα» εγκλωβισμένη στο αστικό χάος.
Στη συνέντευξή μας, η σκηνοθέτιδα συζητά για τον τρόπο που τα συλλογικά και ατομικά συναισθήματα, όπως ο θυμός και η ανάγκη για δικαιοσύνη, βρίσκουν χώρο στην τέχνη, και αποκαλύπτει τις σκέψεις της για το ρόλο του κινηματογράφου ως εργαλείου κοινωνικής αφύπνισης και ψυχολογικής εξερεύνησης. Αναφέρεται ακόμα στη νέα γενιά ιστοριών που ετοιμάζει, με θέματα που επικεντρώνονται στο «ξένο» στοιχείο, στην αναζήτηση ταυτότητας, αλλά και στις διαρκώς μεταβαλλόμενες προκλήσεις των ανθρώπινων σχέσεων και των κοινωνικών δομών.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ
Πώς προέκυψε η ιδέα για την ταινία και τι σας ενέπνευσε να δημιουργήσετε αυτή την ιστορία; Υπάρχει κάποια προσωπική εμπειρία που συνδέεται με αυτήν;
Νομίζω, ότι οι τρομερές πυρκαγιές που προξένησαν μια σειρά καταστροφών μεγάλης κλίμακας και θανάτους, ήταν ο πρώτος «σπόρος» για τη δημιουργία της «Πανίδας». Όμως οι ιστορίες, γεννιούνται πάντα στο μυαλό μου από εικόνες, κάτι που είδα ή κάτι που φαντάστηκα βλέποντας μια τυχαία σκηνή, πχ. αυτά που βλέπω στις πορείες διαμαρτυρίας, στις συνελεύσεις, ένας ηλικιωμένος που είχε χαθεί στο μετρό, δηλώσεις πολιτικών που στοχεύουν στην αμφισβήτηση της λογικής και των βιωμάτων μας, έχουν σίγουρα τροφοδοτήσει αυτήν την ιδέα. Ωστόσο, η ταινία δεν είναι αμιγής καταγραφή μιας προσωπικής εμπειρίας, ποτέ δεν με ενδιέφερε ως δημιουργό η αυτοβιογραφία.
Η αναζήτηση της αλήθειας παρουσιάζεται ως κάτι ανέφικτο. Πιστεύετε ότι αυτό αντανακλά την πραγματικότητα της κοινωνίας μας; Ποιο μήνυμα θέλετε να περάσετε σχετικά με την αλήθεια και την πραγματικότητα;
Συχνά αισθάνομαι ότι η πληθώρα της ανεξέλεγκτης πληροφορίας, μας προκαλεί σύγχυση, ενώ ταυτόχρονα, είναι ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος για να αποκρύπτονται κρίσιμα στοιχεία. Παρ’ ότι – φαινομενικά- έχουμε πιο άμεση πρόσβαση στα γεγονότα από ποτέ, αδυνατούμε να πάρουμε θέση, με τρόπο απόλυτο και σαφή . Πάντα έχουμε μια αμφιβολία για την ορθότητα των συμπερασμάτων μας, γιατί οι ερμηνείες των γεγονότων έχουν γίνει σημαντικότερες από τα ίδια τα γεγονότα. Φτάνουμε να μην πιστεύουμε στα ίδια μας τα μάτια, κι αυτό, είναι καταστροφικό για τη συμβίωσή μας ως πολίτες αυτής της χώρας. Αν και η ταινία δεν δίνει απαντήσεις και είναι κατά κάποιο τρόπο «διαδραστική», ζητά δηλαδή από τον θεατή να αποφασίσει τι ακριβώς έχει συμβεί, θα μπορούσε να πει κάποιος, πως μια θέση που εξάγεται, είναι ότι πρέπει να αγωνίζεσαι ακόμα κι αν δεν είσαι σίγουρος για την αλήθεια ή ακόμα κι αν ξέρεις πως δεν θα νικήσεις. Ότι ο αγώνας για την αλήθεια, είναι εξίσου σημαντικός με αυτήν . Η αναζήτησή της και όχι η βεβαιότητα, πρέπει να μας κινητοποιεί και να μας τροφοδοτεί.

Η ταινία τοποθετείται στην καρδιά της Αθήνας κατά τη διάρκεια μιας κοινωνικής αναταραχής. Γιατί επιλέξατε αυτό το σκηνικό, και τι συμβολίζει η τοποθεσία για εσάς;
Η Αθήνα, και ειδικά το κέντρο, είναι μια πόλη εντελώς αποκομμένη από τη φύση. Η «Πανίδα» της , που είμαστε όλοι εμείς, ζει στερημένη από την ελευθερία που σου δίνει η διάχυση της ύπαρξης μέσα στο φυσικό τοπίο. Είμαστε εγκλωβισμένοι, στριμωγμένοι, σε μια συνθήκη όπου οι ανάγκες του ενός, παραβιάζουν τις ανάγκες του άλλου. Ταυτόχρονα, στο κέντρο της Αθήνας, έχουμε συχνές πορείες διεκδίκησης και συγκρούσεις, στριμωγμένες κι αυτές, στα ίδια πάντα σημεία, και πάντα με την προσδοκία ότι κάτι θα αλλάξει, ότι «θα πάρουν το μήνυμα» ότι ο «κόσμος θα ξεσηκωθεί» κτλ. Όλη η χώρα περιμένει από μια χούφτα ανθρώπους, βομβαρδισμένους με τα χημικά της αστυνομίας, να φέρει τη μεγαλειώδη λύτρωση. Το κέντρο της Αθήνας είναι το κέντρο της προσδοκίας και ταυτόχρονα, είναι αδιάφορο και μακρινό για τους κατοίκους της επαρχίας, αλλά και για την πλειονότητα των Αθηναίων που παρακολουθεί από απόσταση ασφαλείας. Αυτή η ποιητική αντίφαση είναι που με γοητεύει. Το Αθηναϊκό κέντρο γίνεται σχεδόν «ένα πουκάμισο αδειανό», όπου κάθε αγώνας πολτοποιείται και παραμερίζεται, παρότι οι ανάγκες που τον γεννούν, παραμένουν ζωντανές.
Πώς προσεγγίσατε την απεικόνιση της άνοιας στον χαρακτήρα του πατέρα; Τι έρευνα κάνατε για να αποτυπώσετε αυτό το στοιχείο με σεβασμό και ρεαλισμό;
Έρευνα, δυστυχώς, δεν χρειάστηκε να κάνω, γιατί έχω πολυετή εμπειρία στη νόσο αυτή. Στην ταινία, ωστόσο, η απώλεια της μνήμης, έχει και μια χρήση συμβολική: ο μόνος που γνωρίζει την αλήθεια, είναι αυτός που δεν μπορεί να την αποκαλύψει. Ταυτόχρονα, είναι η απεικόνιση μιας κοινωνίας που έχει απωλέσει τη μνήμη της, και περιφέρεται αβοήθητη. Ο ρεαλισμός δεν με απασχολεί τόσο, όσο με απασχολεί η αποδοχή από την πλευρά του θεατή, του παραλόγου, του συνειρμού και της ποιητικής αφήγησης, ως πραγματικότητα. Ο εξαιρετικός Γιώργος Μωρόγιαννης, κατάφερε να αποδώσει την πολύμορφη συμπεριφορά της νόσου και το κωμικό στοιχείο που συχνά, ελλοχεύει στην τραγικότητα της άνοιας. Εστιάσαμε στη σωματική έκφραση, στο βλέμμα, στο περπάτημα. Τα υπόλοιπα ήταν απλά για έναν ηθοποιό του επιπέδου του.
Τι ρόλο πιστεύετε ότι παίζει ο θυμός και η συσσωρευμένη ένταση στην ιστορία; Θεωρείτε ότι είναι κάτι που όλοι μας βιώνουμε, αλλά δυσκολευόμαστε να διαχειριστούμε;
Ο θυμός κατ’ εμέ, είναι κινητήρια δύναμη στην ιστορία (στην ιστορία της ταινίας, αλλά και στην Ιστορία γενικά). Τον θεωρώ πολύ σημαντικό και υγιές συναίσθημα, κι αυτή η περιρρέουσα θεραπευτική προσέγγιση, ότι πρέπει απαραιτήτως να τον εξαρθρώσουμε για να σωθούμε, να «συγχωρούμε και να χαιρετάμε τον ήλιο κάθε πρωί», μου φαίνεται κάπως αφύσικη και σαχλή. Συχνά ο θυμός είναι γνήσιο τέκνο της αδικίας, και ως τέτοιο, πρέπει να βρει το δρόμο του. Στην ταινία , η Άννα είναι εκφραστής ενός συλλογικού θυμού, που συμπορεύεται και τροφοδοτεί τον ατομικό. Το ζητούμενο είναι τι διέξοδο επιλέγουμε να δώσουμε σε ένα τόσο ισχυρό συναίσθημα. Δεν νομίζω όμως ότι είναι κάτι που μπορούν να νοιώσουν σε βάθος όλοι οι άνθρωποι. Υπάρχει βεβαίως ο πρόσκαιρος, ανακλαστικός θυμός, που δεν είναι δύσκολο να διαχειριστεί κανείς αν έχει στοιχειώδες θάρρος, αλλά η μεγάλης έντασης και διάρκειας οργή, που θα κινητοποιήσει τον άνθρωπο ή θα τον καταστρέψει, απαιτεί συγκεκριμένο ψυχισμό, ο οποίος δεν συναντάται συχνά.

Υπάρχουν μελλοντικά σχέδια για άλλα έργα που να αντλούν από παρόμοια κοινωνικά ή
ψυχολογικά θέματα; Τι σας ενδιαφέρει να εξερευνήσετε στο επόμενο σας έργο;
Ναι, έχω ήδη έτοιμα κάποια σενάρια, και για ταινίες και για τηλεοπτικές σειρές. Δεν ξέρω ποιο θα προηγηθεί, θα ήθελα πολύ όμως να γυρίσω άμεσα τα κωμικά που έχω. Ό,τι κι αν κάνω πάντως, ταινία ή βιβλίο, πάντα η θεματική μου έχει να κάνει με τα κοινωνικά προβλήματα, αυτά που τουλάχιστον μπορώ εγώ να αντιληφθώ και στον βαθμό που τα κατανοώ. Δεν μπορώ να σκεφτώ καμία ιστορία που να εξελίσσεται αποκομμένη από την κοινωνική συνθήκη, μέσα στην οποία ζουν οι ήρωες. Στα έργα που ετοιμάζω, μ’ ενδιαφέρει η θεματική του ατόμου που δεν ενσωματώνεται, που συγκρούεται με το σύνολο, με ενδιαφέρει ο «ξένος», η όλο και πιο περίπλοκη ζωή των γυναικών, ο αφανισμός της παιδικότητας, ο αγώνας των ανθρώπων να βελτιώσουν τη ζωή τους και η απώλεια της δικαιοδοσίας των πολιτών να ασκούν έλεγχο στους διαχειριστές της πολιτικής εξουσίας.
Το τρέιλερ της ταινίας «Πανίδα»:
Απολαύστε την ταινία εδώ.
Πρόγραμμα προβολών. στο 65ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: στην αίθουσα Τζον Κασσαβέτης στις 09 Νοεμβρίου στις 19:00 και 10 Νοεμβρίου στις 12:30.

Μια σκέψη σχετικά μέ το “Αναζητώντας την αλήθεια στην καρδιά της πόλης: η σκηνοθέτιδα της «Πανίδας» μιλά για θυμό, άνοια και κοινωνική αναταραχή”