Μέσα από τον φακό της, καταγράφει την Αθήνα όχι απλώς ως έναν αστικό χώρο, αλλά ως έναν ζωντανό οργανισμό που αναπνέει, μεταβάλλεται και αφηγείται τις δικές του ιστορίες. Η δημιουργός του ντοκιμαντέρ NovaMax SkyLand, Διονυσία Κοπανά, μάς μιλά για την έμπνευσή της, τη διαδικασία κινηματογράφησης και τον τρόπο με τον οποίο προσέγγισε την πόλη και τους ανθρώπους της. Με μια ματιά που ισορροπεί ανάμεσα στην παρατήρηση και την ποίηση, μας καλεί να δούμε την καθημερινότητα αλλιώς—να σταθούμε στις λεπτομέρειες, στις σιωπές, στις ανεπαίσθητες χειρονομίες που συνθέτουν τον ρυθμό της πόλης. Σε αυτή τη συνέντευξη, συζητάμε για τη σημασία της καταγραφής, τη σχέση του δημιουργού με το κοινό και το ταξίδι μιας ταινίας από τη γέννησή της μέχρι τη διάδοσή της σε φεστιβάλ και κινηματογραφικές αίθουσες.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ
Πως σας ήρθε η έμπνευση να δημιουργήσετε ένα ντοκιμαντέρ για την Αθήνα;
Γιατί ζω στην Αθήνα. Γιατί ζω μέσα στο κέντρο του αστικού ιστού και κάποια στιγμή θέλοντας κατά κάποιο τρόπο να ξορκίσω αυτό που ζω, όλο αυτό το ασφυκτικό τοπίο που με καταπίνει, άρχισα να παρατηρώ, με μια προσπάθεια να διεισδύσω περισσότερο σε αυτό που συμβαίνει γύρω μου. Άρχισα λοιπόν να δίνω χρόνο και να παρατηρώ τις μικρές λεπτομέρειες που με περιτριγυρίζουν. Ουσιαστικά αυτό που έχω φτιάξει είναι ένα ημερολόγιο πόλης. Ένα πεζά ποιητικό πορτρέτο της πόλης. Όπως μου είπε και μια πολυαγαπημένη φίλη.
Ωραία το έθεσε. Ταιριάζει.
Αυτό που μου έδωσε την έμπνευση είναι ότι ήθελα να αποτυπώσω αυτό που βλέπω εγώ η ίδια με τα μάτια μου. Και να πω στο θεατή δες τις μικρές απλές λεπτομέρειες. Τις χειρονομίες των απλών ανθρώπων τριγύρω. Το πως αυτή η πόλη ανασαίνει γύρω μας.
Το περάσατε αυτό. Ήθελα να ρωτήσω, όταν τραβούσατε αυτά τα πλάνα, είχατε κάποιο θέμα με τον κόσμο, γιατί είχατε και κάποια κοντινά πλάνα, πως τα τραβήξατε αυτά; Πως έγινε;
Δούλεψα πολύ και με τηλεφακό, όπως καταλάβατε αφού είδατε την ταινία. Σε κάποιες περιπτώσεις υπάρχει μια συναίνεση ας πούμε μεταξύ του κινηματογραφιστή και του κινηματογραφιζόμενου. Σε πολλές περιπτώσεις τα βλέμματα μας συναντιόντουσαν κατά τη διάρκεια του γυρίσματος. Εκεί καταλαβαίνει κάποιος, αν αυτός που κινηματογραφεί, θέλει να είναι εκεί, γιατί αν δεν το θέλει ή θα αποστρέψει το βλέμμα και θα το καταλάβω και εγώ σαν κινηματογραφίστρια, πως εδώ υπάρχει μια άρνηση ή μπορεί να υπάρχει ίσως και μια επιθετικότητα. Εκεί πολλά από τα πλάνα που έχω τραβήξει δεν έχουν μπει στην ταινία. Άρα λοιπόν, αλλού ένιωσα τη συναίνεση των βλεμμάτων μας, αλλού όχι. Υπάρχουν και περιπτώσεις όμως που δεν συναντήθηκαν τα βλέμματα μας με κάποιους κινηματογραφιζόμενους. Παρ’ όλα αυτά μπήκαν στην ταινία. Νομίζω όμως πως το έκανα με μια εσωτερικότητα και με ένα intimacy. Παρά το γεγονός πως αυτό κοινοποιείται.
Ξεκινώντας η ταινία και καθώς εξελίσσεται βλέπουμε τις τέσσερις εποχές του χρόνου. Όπως και διάφορα γεγονότα να γίνονται. Τις φωτιές της Αθήνας, τη δίκη της Χρυσής Αυγής κ.α. Το κάνατε επίτηδες; Ή έτσι απλά βγήκε η ροή;
Τα γυρίσματα κράτησαν 3 χρόνια. Ήταν μεγάλη η πορεία της κινηματογράφησης. Και φαντάζεστε πως στο μοντάζ μετά κόπηκαν και πετάχτηκαν πολλά ως συνήθως πλάνα. Ουσιαστικά αυτό που ήθελα να κάνω, ήταν να καλύψω χρονικά ένα έτος. Δεν τραβήχτηκαν όλα μέσα σε έναν χρόνο, αλλά βρήκαμε έναν τέτοιο τρόπο στη ταινία ώστε να δημιουργήσουν την αίσθηση του κύκλου ενός χρόνου. Επίσης το ντοκιμαντέρ έχει αυτή τη διάθεση, να δημιουργήσει κύκλους και μοτίβα. Και τον ρυθμό του χρόνου. Υπάρχει μια αίσθηση κυκλικότητας μέσα στο φιλμ.

Ναι, υπάρχει. Το καταλαβαίνει ο θεατής. Και η απουσία διαλόγου. Αποσκοπούσε κάπου; Θέλατε να αναδείξετε μόνο το τοπίο της Αθήνας;
Δεν ήθελα να κάνω κανένα σχόλιο. Κανένα απολύτως. Εγώ είμαι απλώς ένας άνθρωπος που κοιτάζει. Ένας κινηματογραφιστής που βλέπει και αποφασίζει τι θα κοιτάξει, σε ποιο σημείο θα πάει πιο κοντά, τι θα δει πιο μακριά, δεν ήθελα να κάνω κανένα σχόλιο. Αυτό είναι μια πράξη που θα γίνει και στο μυαλό του θεατή. Να αρχίσει και αυτός να κάνει τους δικούς του συνειρμούς. Τις δικές του σκέψεις. Δεν είναι πάντα ανάγκη ο δημιουργός να επιβάλει τους δικές του ιδέες. Να τις ταυτίσει με το κοινό. Ο θεατής είναι ελεύθερος; να κάνει τους δικούς του συνειρμούς και αυτό είναι το πολύ ενδιαφέρον για εμένα εδώ.
Αυτό που μου άρεσε πολύ είναι ακριβώς αυτό που λέτε. ότι βάλατε τον θεατή να σκεφτεί και να δει με τη δική του σκέψη στο ντοκιμαντέρ. Μου άρεσε πολύ αυτό. Άρχισα και εγώ να σκέφτομαι και να κάνω τις δικές μου σκέψεις επάνω στις εικόνες της ταινίας. Το μήνυμα που θέλατε να περάσετε μέσα από το ντοκιμαντέρ, το περάσατε; Τα καταφέρατε; Και πιο ήταν αυτό;
Θυμάμαι στο σχολείο μας λέγανε για το νόημα του κειμένου που κάναμε. Και πιο είναι το μήνυμα σε αυτό. Δεν θα το έθετα έτσι. Δεν θέλω να περάσω κανένα μήνυμα. Είμαι μια ταπεινή κινηματογραφίστρια, ένας άνθρωπος που κοιτάει λίγο πιο προσεκτικά και αφουγκράζεται την καθημερινότητα, τα απλά πράγματα. Βασικά παίζω. Είναι ένα παιχνίδι και με την κοινοτοπία, όλο αυτό, γιατί ουσιαστικά πράγματα λεπτά, καθημερινά ταπεινά και ανθρώπινα εμφανίζονται στην ταινία. Είμαι κατά κάποιο τρόπο ένας ενδιάμεσος και λέω στον θεατή, να δες και μια άλλη οπτική γωνία. Τα απλά πράγματα που ίσως δεν αφιερώνουμε σχεδόν καθόλου χρόνο για να τα κοιτάξουμε, βρίσκονται στην ταινία. Γιατί δεν είναι ένα ντοκιμαντέρ που μιλάει για κάτι θεαματικό ή πολύ μπουμ! Εντάξει έχει τις φωτιές, έχει διάφορες βίαιες καταστάσεις μέσα αλλά δεν είναι μια ταινία θεαματική. Οπότε είναι η ταινία που είναι.

Το θέμα που πραγματεύεται το ντοκιμαντέρ είναι η Αθήνα. Είναι πολύ ενδιαφέρον. Θα το ταξιδέψετε στο εξωτερικό σε άλλα Φεστιβάλ; Έχετε κάνει κάποιες κινήσεις;
Τώρα θα το δούμε αυτό. Μετά το Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης ξεκινάει και ο κύκλος των άλλων Φεστιβάλ και όλοι ελπίζουμε σε κάποια διοργάνωση να βρει θέση και η δικιά μας η δουλειά. Όσο για τη διανομή τα πάντα είναι δύσκολα. Εδώ και στη μυθοπλασία είναι δύσκολη, κατά πόσο μάλλον στο ντοκιμαντέρ. Και ειδικά στη Αθήνα, που τα μισά σινεμά, τα arthouse σινεμά, έκλεισαν.
Και όσο πάει δυσκολεύει η κατάσταση.
Ναι καμιά φορά σκέφτεται κανένας και τη ματαιότητα των πραγμάτων και μιας κατάστασης που προσπαθεί να δημιουργήσει αλλά ΟΚ.
Δεν πρέπει να το σκεφτόμαστε αυτό, γιατί αν το κάνουμε δεν πρόκειται να πραγματοποιήσουμε τίποτα. Τι λέτε;
Ναι βέβαια. Γιατί είναι θέμα ανάγκης. Θέμα ανάγκης να αποδώσει κάποιος κάτι. Και ο κινηματογραφιστής αυτό που βλέπει θέλει να το εκφράσει. Θέλει να το βγάλει προς τα έξω.
Και εμείς, ο απλός κόσμος που σας παρατηρεί θέλουμε να κάνετε τέχνη για να μπαίνουμε και εμείς μέσα σε αυτή.
Απλός κόσμος είμαστε και εμείς οι δημιουργοί. Σε ένα καζάνι βράζουμε όλοι. Απλώς μας έτυχε, το παλέψαμε να προσπαθήσουμε να αιχμαλωτίσουμε αυτό που βλέπουμε γύρω μας, να αιχμαλωτίσουμε αυτό που νιώθουμε μέσα μας να φουντώνει και να το βγάλουμε προς τα έξω. Και όσο πιο πολλοί οι θεατές, πιο πολύ το κοινό που δει αυτό που έχουμε φτιάξει και εννοώ να μην είναι μόνο η μαμά μας και ο μπαμπάς μας, τόσο πιο μεγάλη είναι η χαρά μας και η ικανοποίηση μας. Γιατί μετά λες, ωραία δεν ήτανε μάταιο αυτό που έκανα.
Βγήκε προς τα έξω. Ακριβώς.
NovaMax SkyLand
Ανάμεσα στα αθηναϊκά μπαλκόνια, θραυσματικές εικόνες, ήχοι, φευγαλέες, ανολοκλήρωτες ιστορίες. Οι εποχές εναλλάσσονται, τα σημαντικά μπλέκονται με τα ασήμαντα, η ομορφιά και η ασχήμια συνυπάρχουν. Καιρικά φαινόμενα, παράλογες συνθήκες, συμβάντα, ανθρώπινες χειρονομίες και άλλες ψηφίδες της ζωής, συνυφαίνουν το φάσμα ενός αστικού οικοσυστήματος.
Συντελεστές
Παραγωγός
Διονυσία Κοπανά, Δημήτρης Σπύρου
Σενάριο/Σκηνοθεσία
Διονυσία Κοπανά
Διεύθυνση φωτογραφίας
Διονυσία Κοπανά, Κώστας Τουμπακάρης
Μοντάζ
Βαγγέλης Κατσιγιάννης
Μουσική
Χρύσανθος Χριστοδούλου
Ήχος
Κατερίνα Τουμπακάρη, Βαγγέλης Φάμπας, Κατερίνα Μπορότη, Βαγγέλης Κατσιγιάννης
Παραγωγή
Neaniko Plano
Δείτε online το ντοκιμαντέρ στο 27ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (6-16/03/2025)
