Ρόμπερτ Ρέντφορντ: Ο θρυλικός ηθοποιός και σκηνοθέτης του Χόλιγουντ έφυγε από τη ζωή στα 89 του χρόνια

O Ρόμπερτ Ρέντφορντ, σταρ κλασικών ταινιών του Χόλιγουντ όπως «Οι Δύο Ληστές» (Butch Cassidy and the Sundance Kid), «Το Κεντρί» (The Sting) και «Όλοι οι Άνθρωποι του Προέδρου» (All the President’s Men), πέθανε σε ηλικία 89 ετών. Σε δήλωση στους New York Times, ο εκπρόσωπός του ανέφερε ότι ο ηθοποιός πέθανε στον ύπνο του, στο σπίτι του στη Γιούτα.

Ο Ρέντφορντ υπήρξε ένας από τους καθοριστικούς κινηματογραφικούς αστέρες της δεκαετίας του 1970, κινούμενος με ευκολία ανάμεσα στο νέο κύμα του Χόλιγουντ και τη βιομηχανία του mainstream κινηματογράφου, προτού εξελιχθεί σε βραβευμένο με Όσκαρ σκηνοθέτη και παραγωγό τις επόμενες δεκαετίες. Έπαιξε καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, συνιδρύοντας το φεστιβάλ κινηματογράφου Sundance, το οποίο αποτέλεσε βήμα για ταινίες όπως Reservoir Dogs, The Blair Witch Project, Donnie Darko, Fruitvale Station και Coda.

Ο Ρέντφορντ απέκτησε επίσης τη φήμη ενός από τους πιο σημαντικούς φιλελεύθερους του Χόλιγουντ και δραστηριοποιήθηκε σε περιβαλλοντικά ζητήματα, συμμετέχοντας ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της περιβαλλοντικής οργάνωσης Natural Resources Defense Council και εκφράζοντας έντονα την αντίθεσή του στον – πλέον ακυρωμένο – αγωγό Keystone XL.

Γεννημένος ως Τσαρλς Ρόμπερτ Ρέντφορντ το 1936, μεγάλωσε στο Λος Άντζελες και, αφού αποβλήθηκε από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, σπούδασε υποκριτική στην American Academy of Dramatic Arts. Αφού έπαιξε μικρούς ρόλους στην τηλεόραση, στο θέατρο και στον κινηματογράφο, άρχισε να ξεχωρίζει στις αρχές της δεκαετίας του ’60, κερδίζοντας υποψηφιότητα για Έμμυ Β’ Ανδρικού Ρόλου το 1962 για το The Voice of Charlie Pont και τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην αρχική θεατρική παραγωγή του Μπρόντγουεϊ Barefoot in the Park (1963) του Νιλ Σάιμον. Η κινηματογραφική του breakthrough ήρθε το 1965, με τον ρόλο ενός αμφιφυλόφιλου κινηματογραφικού αστέρα στην ταινία Inside Daisy Clover δίπλα στη Νάταλι Γουντ, για τον οποίο προτάθηκε για Χρυσή Σφαίρα.

Ακολούθησαν ταινίες όπως The Chase και η κινηματογραφική μεταφορά του Barefoot in the Park, ενώ το 1969 σημείωσε τεράστια επιτυχία με το γουέστερν Butch Cassidy and the Sundance Kid, όπου πρωταγωνίστησε δίπλα στον Πολ Νιούμαν και την Κάθριν Ρος. Η ταινία προτάθηκε για επτά Όσκαρ, αν και κανένα δεν αφορούσε τους ηθοποιούς.

Στη συνέχεια, ο Ρέντφορντ πρωταγωνίστησε στο Tell Them Willie Boy Is Here, την πρώτη σκηνοθετική δουλειά μετά από 20 χρόνια του Αβραάμ Πολόνσκι, και κατόπιν σε μια σειρά από μεγάλες επιτυχίες της δεκαετίας του 1970: το γουέστερν Jeremiah Johnson (1972), τη ρομαντική ταινία The Way We Were (1973) με την Μπάρμπρα Στρέιζαντ, την κωμωδία απατεώνων The Sting (1973) ξανά με τον Νιούμαν, και τη διασκευή του μυθιστορήματος Ο Μεγάλος Γκάτσμπι (1974). Ακολούθησαν το πολιτικό θρίλερ Three Days of the Condor (1975) και το δράμα για το Γουότεργκεϊτ All the President’s Men (1976), μαζί με τον Ντάστιν Χόφμαν.

Μετά από ένα διάλειμμα από την υποκριτική στα τέλη της δεκαετίας του ’70, ο Ρέντφορντ στράφηκε στη σκηνοθεσία με το δραματικό Ordinary People, διασκευή του μυθιστορήματος της Τζούντιθ Γκεστ· η ταινία γνώρισε μεγάλη επιτυχία και κέρδισε τέσσερα Όσκαρ το 1981, μεταξύ αυτών καλύτερης ταινίας και καλύτερης σκηνοθεσίας για τον ίδιο – διάκριση που δεν πέτυχε ποτέ ως ηθοποιός.

Η επιτυχία του ως ηθοποιού συνεχίστηκε τη δεκαετία του ’80 και του ’90, αν και με λιγότερη πρωτοποριακή ένταση από εκείνη των ’70s. Η ταινία The Natural (1984), βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Μπέρναρντ Μάλαμουντ, ακολουθήθηκε από το Πέρα από την Αφρική (Out of Africa, 1985), όπου υποδύθηκε τον κυνηγό Ντένις Φιντς Χάτον δίπλα στη Δανή αριστοκράτισσα της Μέριλ Στριπ. Επέστρεψε στη σκηνοθεσία με το The Milagro Beanfield War (1988) και το A River Runs Through It (1992), και το 1993 πρωταγωνίστησε στο Indecent Proposal, μια αμιγώς χολιγουντιανή παραγωγή που σηματοδότησε στροφή στην καριέρα του και τον επανέφερε ως εμπορική δύναμη. Στα τέλη της δεκαετίας σκηνοθέτησε τα Quiz Show και The Horse Whisperer (στο δεύτερο είχε και πρωταγωνιστικό ρόλο).

Την ίδια περίοδο, το φεστιβάλ Sundance – που η εταιρεία παραγωγής του Ρέντφορντ είχε συνιδρύσει το 1978 ως Utah/US Film Festival και μετονομάστηκε το 1984 σε Sundance Film Festival, από το Ινστιτούτο Sundance – άρχισε να αποκτά τεράστια επιρροή ως βήμα προβολής του αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου, αναδεικνύοντας σκηνοθέτες όπως ο Στίβεν Σόντερμπεργκ, ο Κουέντιν Ταραντίνο, ο Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ και ο Κέβιν Σμιθ. Η σημασία του αυξήθηκε ακόμη περισσότερο τις επόμενες δεκαετίες, προωθώντας ταινίες όπως 500 Days of Summer, Napoleon Dynamite, Whiplash, Fruitvale Station και Coda.

Με πληροφορίες: the guardian

Σχολιάστε