Ο Glenn Martens επέστρεψε στο Παρίσι και συγκεκριμένα στη σκηνή του Maison Margiela με μια συλλογή που δεν είχε ανάγκη από φωνές ή υπερθεάματα για να ακουστεί. Ανάμεσα στα μεγάλα σχεδιαστικά ντεμπούτα της σεζόν, η δική του παρουσίαση δεν ήταν ακριβώς «πρώτη» — η haute couture συλλογή Artisanal του περασμένου Ιουλίου είχε ήδη χαράξει τη νέα κατεύθυνση του οίκου, σε μια σκοτεινή και τολμηρή αφήγηση για το πώς μπορεί να μοιάζει η ομορφιά όταν αποδομείται. Αυτή τη φορά η νέα συλλογή ήταν μια απόπειρα να συνδεθεί το άπιαστο με το φορέσιμο, να βρει η avant-garde το σώμα της μέσα στην καθημερινότητα.

Ο Martens, με το χαρακτηριστικό του χιούμορ, αναγνώρισε τη μετάβαση:
«Αυτή τη φορά νιώθω πιο ανάλαφρα», είπε. «Νομίζω πως απέδειξα ήδη κάτι τον Ιούλιο — αν και το ίντερνετ μάλλον δεν το πρόσεξε». Η ειρωνεία δεν έκρυβε τη σιγουριά του. Ίσως γιατί γνωρίζει πια και τις δύο πλευρές της μόδας: την πειραματική και την εμπορική. Με χρόνια στο Y/Project, όπου διαμόρφωσε μια γλώσσα κοπής γεμάτη παραδοξότητες, και στη Diesel, όπου έμαθε πώς να κάνει τις ιδέες του επιθυμητές, ο Martens έφερε στον Margiela μια σπάνια ισορροπία — ένστικτο και μέτρο. «Λατρεύω την παράλογη πλευρά της μόδας, αυτή που δεν έχει κανένα νόημα να φοριέται — αλλά και το να δημιουργώ ρούχα που οι άνθρωποι θέλουν να ζήσουν μέσα τους», είπε.

Στην πασαρέλα, η συλλογή ξεδίπλωνε τις γνωστές υπογραφές του οίκου — την πειραγμένη σιλουέτα, τα διπλά νοήματα, την αποδόμηση — αλλά μέσα από μια νέα ευαισθησία. Πολύ denim, αρκετό δέρμα, σακάκια καλυμμένα με μαύρο σιφόν, παλτά με μεταξωτά φουλάρια ενσωματωμένα στο γιακά, και παπούτσια χωρίς τακούνι, σχεδόν αιωρούμενα, σαν να ήθελαν να ξαναγράψουν τους κανόνες της κίνησης.

Η παράσταση άρχισε με μια αναπάντεχη σκηνή: μια παιδική ορχήστρα σε oversize μαύρα κοστούμια, να παίζει παράξενες εκδοχές κλασικών μελωδιών. Το στοιχείο που προκάλεσε συζήτηση ήταν τα στοματικά καλύμματα στα μοντέλα — εμπνευσμένα από το χαρακτηριστικό τετράραμμα ράψιμο του Margiela. Το αποτέλεσμα, αν και καλλιτεχνικά εύστοχο, περιόριζε τη μοναδικότητα των προσώπων, μια επιλογή που φάνηκε να έρχεται σε αντίθεση με το πνεύμα ελευθερίας της υπόλοιπης συλλογής. Παρόλα αυτά, η δουλειά του Martens μιλούσε από μόνη της. Δεν είχε ανάγκη από εντυπωσιασμούς. Είχε δομή, βάθος, μνήμη — και την αίσθηση ότι κάτι βαθύτερο αλλάζει στον οίκο Margiela: από την αποδόμηση της φόρμας στην αποκατάσταση της ανθρώπινης διάστασης της μόδας.
Δείτε το show:
