Σε μια εποχή όπου η πραγματικότητα μοιάζει να μας κατακλύζει με εικόνες, γεγονότα και πληροφορίες, το θέατρο καλείται να επαναφέρει κάτι πιο ουσιαστικό: την ανάγκη για σκέψη, θέση και ευθύνη. Η παράσταση «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0», βασισμένη στο έργο του Rodrigo García, δεν λειτουργεί απλώς ως καλλιτεχνική πρόταση, αλλά ως μια δυνατή υπενθύμιση ότι όσα συμβαίνουν γύρω μας δεν είναι ποτέ ουδέτερα.
Μέσα από μια σύγχρονη, ελληνική επαναπροσέγγιση, η παράσταση επιχειρεί να φέρει στο προσκήνιο ζητήματα μνήμης, συλλογικής ευθύνης και κοινωνικής συνήθειας—εκεί όπου το σοκ μετατρέπεται σταδιακά σε κανονικότητα. Με όχημα το σώμα, τον λόγο και τη συλλογική σκηνική παρουσία, οι συντελεστές δημιουργούν έναν χώρο όπου το ντοκουμέντο συναντά τη θεατρική πράξη και μετασχηματίζεται σε εμπειρία.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, με τον σκηνοθέτη της παράστασης Χριστόφορο Χριστοφορίδη, ξεδιπλώνεται η διαδικασία πίσω από αυτή τη δουλειά: από την αρχική ανάγκη που τη γέννησε, μέχρι τη συνεργασία με τους ηθοποιούς και τη σημασία της κίνησης και της δραματουργίας. Πάνω απ’ όλα, όμως, αναδεικνύεται ένα κρίσιμο ερώτημα που διαπερνά την παράσταση—και ίσως και την ίδια την εποχή μας: πότε η σιωπή παύει να είναι απλώς στάση και γίνεται συνενοχή;
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ
Το «Είστε όλοι σας καθάρματα: Ελλάδα 2.0» μοιάζει να είναι μια παράσταση-κάλεσμα. Από πού γεννήθηκε η ανάγκη να ασχοληθείτε με αυτό το έργο;
Η ανάγκη γεννήθηκε από μια βαθιά αίσθηση ότι ζούμε σε μια εποχή όπου πολλά πράγματα συμβαίνουν γύρω μας, αλλά πολύ συχνά τα παρατηρούμε χωρίς να τα επεξεργαζόμαστε πραγματικά. Το έργο του Rodrigo García έχει αυτή τη δύναμη να σε ταρακουνά και να σε βάζει μπροστά σε ερωτήματα που συνήθως αποφεύγουμε. Η παράσταση προέκυψε από την ανάγκη να μιλήσουμε για τη μνήμη, την ευθύνη και για το πώς μια κοινωνία συνηθίζει σε πράγματα που κάποτε θα την σόκαραν.
Πώς προσεγγίσατε το κείμενο του Rodrigo García και τι σημαίνει για εσάς αυτή η «ελληνική εκδοχή 2.0»;
Το κείμενο του García αποτέλεσε ένα σημείο εκκίνησης. Δεν μας ενδιέφερε να το μεταφέρουμε απλώς, αλλά να συνομιλήσουμε μαζί του μέσα από την ελληνική πραγματικότητα. Το «Ελλάδα 2.0» είναι μια προσπάθεια να δούμε πώς οι ιδέες του έργου συναντούν τη δική μας ιστορία, τις δικές μας κοινωνικές εμπειρίες και τις αντιφάσεις της σύγχρονης ελληνικής πραγματικότητας.
Η παράσταση διατρέχει τη σύγχρονη ελληνική ιστορία. Πόσο δύσκολο είναι να ισορροπήσει κανείς ανάμεσα στο ντοκουμέντο και τη θεατρική πράξη;
Είναι μια λεπτή ισορροπία. Από τη μία υπάρχει το πραγματικό υλικό, τα γεγονότα και οι μνήμες που κουβαλά μια κοινωνία. Από την άλλη υπάρχει το θέατρο, που δεν είναι απλή καταγραφή αλλά μια ζωντανή πράξη που μεταμορφώνει το υλικό αυτό σε εμπειρία. Προσπαθήσαμε να κρατήσουμε αυτή την ισορροπία ώστε η παράσταση να μην λειτουργεί ως καταγραφή, αλλά ως μια θεατρική διαδικασία σκέψης και αναστοχασμού.
Οι τρεις ηθοποιοί λειτουργούν σχεδόν σαν φορείς μιας συλλογικής φωνής. Πώς δουλέψατε μαζί τους πάνω σε αυτό;
Η δουλειά με τους ηθοποιούς βασίστηκε στην ιδέα ότι δεν εκπροσωπούν μόνο έναν χαρακτήρα, αλλά πολλές διαφορετικές φωνές μιας κοινωνίας. Μέσα από αυτοσχεδιασμούς και συλλογική έρευνα προσπαθήσαμε να δημιουργήσουμε μια σκηνική γλώσσα όπου η προσωπική εμπειρία των ηθοποιών συναντά μια ευρύτερη συλλογική μνήμη.

Τι ρόλο παίζει το σώμα και η κινησιολογία στην αφήγηση αυτής της ιστορίας;
Το σώμα παίζει πολύ σημαντικό ρόλο. Δεν είναι μόνο ο λόγος που αφηγείται την ιστορία, αλλά και η κίνηση. Ο κινησιολόγος της παράστασης, ο Τάσος Παπαδόπουλος, συνέβαλε ουσιαστικά στη δημιουργία μιας σκηνικής γραφής όπου το σώμα γίνεται φορέας έντασης, μνήμης και συναισθήματος. Παράλληλα, η δραματουργός της παράστασης, η Ελευθερία Καμπαγιοβάνη, βοήθησε να οργανωθεί αυτή η υλικότητα μέσα σε μια σαφή δραματουργική δομή.
Ζούμε σε μια περίοδο έντονης κοινωνικής και πολιτικής πόλωσης. Πιστεύετε ότι το θέατρο μπορεί ακόμη να ανοίξει ουσιαστικό διάλογο;
Ναι, πιστεύω πως μπορεί. Το θέατρο δεν δίνει έτοιμες απαντήσεις, αλλά έχει τη δύναμη να θέτει ερωτήματα και να μας βάζει να σκεφτούμε διαφορετικά. Σε μια εποχή έντασης και πόλωσης, το να βρεθούν άνθρωποι στον ίδιο χώρο και να μοιραστούν μια εμπειρία είναι από μόνο του μια αρχή διαλόγου.
Αν έπρεπε να συνοψίσετε την παράσταση σε ένα ερώτημα που θα έπρεπε να πάρει μαζί του ο θεατής φεύγοντας, ποιο θα ήταν αυτό;
Ίσως το ερώτημα να είναι απλό αλλά δύσκολο: σε ποιο σημείο η σιωπή μας γίνεται συνενοχή και πόσο εύκολα μια κοινωνία συνηθίζει σε πράγματα που κάποτε θα την έκαναν να αντιδράσει.
Περισσότερα για την παράσταση εδώ.
