Μια μεγαλόπρεπη Υψηλή Ραπτική συλλογή για την Άνοιξη/Καλοκαίρι 2025 παρουσίασε η Schiaparelli με τον τίτλο ICARUS, από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του οίκου Daniel Roseberry, στις 27 Ιανουαρίου 2025 στο Petit Palais, στο πλαίσιο της Εβδομάδας Μόδας του Παρισιού.
Κείμενο: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ

«Όταν ξεκίνησα αυτή τη σεζόν της Haute Couture, βρέθηκα να αναζητώ παλιές και ασυνήθιστες αναφορές χρωμάτων. Κατέληξα σε ένα κατάστημα που πουλούσε αντίκες, που είχε στη συλλογή του κορδέλες από τη δεκαετία του 1920 και του 1930. Πριν από τον πόλεμο, πολλές από αυτές τις κορδέλες δημιουργούνταν στη Λυών και αποστέλλονταν σε όλο τον κόσμο. Όμως, όταν η Γερμανία εισέβαλε στη Γαλλία, πολλές από αυτές κρύφτηκαν και χάθηκαν προσωρινά από την ιστορία. Κάποιες από αυτές τις κορδέλες θα τις δείτε σήμερα το πρωί στα φορέματα αυτής της συλλογής. Όταν πέρασα το χέρι μου ανάμεσά τους πέρυσι, συνειδητοποίησα τι ήθελα να κάνω: να δημιουργήσω κάτι που να φαίνεται νέο επειδή ακριβώς είναι παλιό. Έχω κουραστεί από τη διαρκή εξίσωση της μοντέρνας αισθητικής με την απλότητα. Δεν μπορεί το νέο να είναι επίσης περίτεχνο, μπαρόκ, extravagant; Έχει γίνει η εμμονή μας με το τι φαίνεται ή μοιάζει μοντέρνο ένας περιορισμός; Έχει κοστίσει στη φαντασία μας;» δήλωσε στο σημείωμα του για τη συλλογή ο Roseberry.

Επιπλέον τόνισε πως έλαβε έμπνευση από τους μεγάλους couturiers προηγούμενων δεκαετιών όπως οι Madame Grès, Charles Frederick Worth, Paul Poiret, Yves Saint Laurent αλλά και ο Azzedine Alaïa. Και είπε χαρακτηριστικά: «Δεν ήθελα να αντιγράψω το έργο τους, αλλά να μάθω από αυτούς.»

«Η διαδικασία ξεκίνησε από τα χρώματα των κορδελών. Υπήρχαν αποχρώσεις του βουτύρου, του σαφράν, ξεθωριασμένα παγώνια πράσινα και καμένες καραμελένιες αποχρώσεις. Ονομάσαμε το καφέ χρώμα «toast» και το ζεστό γαλλικό γκρι «mink». Αυτά με ενέπνευσαν να επιδοθώ σε ένα είδος ταξιδιού στο χρόνο, σχεδιάζοντας σιλουέτες που παραπέμπουν στη Haute Couture του παρελθόντος» τόνισε.

Οι σιλουέτες που βλέπετε σε αυτή τη συλλογή αντλούν επιρροές από ένα ευρύ φάσμα εποχών και στυλιστικών εμμονών του τελευταίου αιώνα: οι ρευστές, καμπυλόγραμμες φόρμες της δεκαετίας του 1920 και του 1930 αποτυπώνονται σε εύθραυστο μεταξωτό georgette κεντημένο με ιαπωνικές γυάλινες χάντρες, το οποίο τοποθετείται πάνω σε γαλλικό κορσέ με αιχμηρές προεξοχές στους γοφούς. «Επαναπροσδιορίσαμε τα αυστηρά σακάκια της Schiaparelli από την προπολεμική περίοδο, απλοποιώντας και επιμηκύνοντάς τα, ενώ τα συνδυάσαμε με μακριές, κομψές φούστες σε γραμμή κολόνας από διπλό σατέν, εμπνευσμένες από τη δεκαετία του 1990» σύμφωνα με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του οίκου.

Μαζί με τους πειραματισμούς στις φόρμες και τις αναφορές στο παρελθόν, αυτή η συλλογή έχει και επίσης νέες τεχνικές. To κλασικό σακάκι της Schiaparelli έγινε Ultrasuede και ο Roseberry το διακόσμησε με κεντημένες λεπτομέρειες από μεταξωτό σατέν νήμα. Επιπλέον τα φτερά επάνω του είναι εμβαπτισμένα σε γλυκερίνη και βουρτσισμένα με κερατίνη, για να αποκτήσουν μια υφή παρόμοια με αυτή που έβρισκε κανείς στα κοστούμια της Ginger Rogers τη δεκαετία του 1930 (εκείνη την εποχή, το αποτέλεσμα επιτυγχανόταν με γούνα πιθήκου).

Η δεύτερη «χρυσή εποχή» της Haute Couture, η δεκαετία του 1950, αντικατοπτρίζεται στις αυστηρές σιλουέτες της εποχής, οι οποίες εδώ έχουν επαναπροσδιοριστεί. Ένα μίνι φόρεμα σε γραμμή Α έχει χαμηλώσει από τους γοφούς, οι οποίοι έχουν ενισχυθεί ώστε να αντανακλούν τη γραμμή του μπούστου. Ολόκληρη η δημιουργία είναι φτιαγμένη από παχύ, λαμπερό satin cuir—γνωστό και ως «δερμάτινο σατέν»—και διακοσμημένη με τα χαρακτηριστικά σύμβολα του οίκου Schiaparelli (το κλειδί, το περιστέρι, τα ανατομικά μοτίβα) σε padded satin stitch, διακοσμημένα με χιλιάδες σταγόνες από καπνιστό χαλαζία. Υπάρχει ακόμη και ένας φόρος τιμής σε κάποιες από τις πιο εκλεπτυσμένες δημιουργίες της Elsa Schiaparelli, όπως ένα πλισέ halter φόρεμα από πολυαμίδιο σε απόχρωση άμμου, το οποίο αποκτά ακεραιότητα, βάρος και μοντέρνα αίσθηση που θα ήταν αδύνατο να επιτευχθεί με μετάξι.

Κάθε δημιουργία αυτής της συλλογής έχει δεχθεί φροντίδα και αφοσίωση, όπως ένα νεογέννητο μωρό, το ίδιο και τα παπούτσια και οι τσάντες μας, που αντιμετωπίστηκαν ως μικρά κοσμήματα, κεντημένα με μια πληθώρα τεχνικών, από Matador cording έως ρητινώδη ροζέτες. Όσον αφορά τον τίτλο: η Haute Couture είναι από τη φύση της μια αναζήτηση της τελειότητας. Κάθε σεζόν μοιάζει με έναν επικό αγώνα, μια ανάβαση προς ένα όλο και υψηλότερο επίπεδο εκτέλεσης και όρασης. Ο Roseberry κλείνει το σημείωμα του λέγοντας: «Η Haute Couture στοχεύει στα μεγάλα ύψη· υπόσχεται απόδραση από την περίπλοκη πραγματικότητά μας. Μας θυμίζει επίσης ότι η τελειότητα έχει το τίμημά της. Πόσο ψηλά μπορούν να φτάσουν οι couturiers; Όσο ψηλά τους επιτρέπουν ο ήλιος και οι Θεοί».
