Ο Σπύρος Μουρίκης, διακεκριμένος κλαρινετίστας με διεθνή εμπειρία, μας ανοίγει τα μάτια στον κόσμο της μουσικής δωματίου, μιλώντας για την πορεία του, την αγάπη του για το κλαρινέτο και τον τρόπο που το όργανο γίνεται φωνή έκφρασης και δημιουργίας. Από τα πρώτα ακούσματα στην Κέρκυρα μέχρι τις συναυλίες σε ιστορικούς χώρους, ο Σπύρος μοιράζεται τις προκλήσεις και τις χαρές της καριέρας του, τη συνεργασία με εξαιρετικούς συναδέλφους και την ένταση της μουσικής επικοινωνίας ανάμεσα στα όργανα. Στη συνέντευξη αυτή αποκαλύπτει πώς η μουσική δωματίου μεταμορφώνεται σε διάλογο, πειραματισμό και ουσιαστική σύνδεση με το κοινό.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ
Πότε και πώς μπήκε το κλαρινέτο στη ζωή σας; Θυμάστε την πρώτη φορά που αισθανθήκατε ότι η μουσική δεν είναι απλώς σπουδή, αλλά τρόπος ζωής;
Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Κέρκυρα, έναν τόπο όπου γίνεσαι μουσικός σχεδόν χωρίς να το καταλάβεις, μέσα από τα καθημερινά ακούσματα και την έντονη μουσική κουλτούρα που σε περιβάλλει. Το κλαρινέτο ήρθε φυσικά στα χέρια μου, ως το πιο διαδεδομένο όργανο της μπάντας, ενώ καθοριστικό ρόλο έπαιξε και το γεγονός ότι ο πατέρας μου ήταν κλαρινετίστας. Στην πορεία ανακάλυψα τις μεγάλες δυνατότητες του οργάνου και ένιωσα ότι μέσα από αυτό βρήκα τη δική μου φωνή.
Δεν υπήρξε μια συγκεκριμένη στιγμή που κατάλαβα ότι η μουσική είναι τρόπος ζωής· ήταν κάτι που ωρίμασε μέσα μου. Από ένα σημείο και μετά, η μελέτη δεν ήταν υποχρέωση αλλά ανάγκη κι εκεί κατάλαβα πως η μουσική δεν είναι απλώς σπουδή, αλλά ο τρόπος με τον οποίο υπάρχω και εκφράζομαι.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να χαράξετε τον δικό σας δρόμο ως κλαρινετίστας στον χώρο της κλασικής μουσικής στην Ελλάδα;
Η πορεία μου δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε όμως αποθαρρυντική. Η κλασική μουσική στην Ελλάδα έχει εξαιρετικούς μουσικούς, αλλά οι δομές και οι ευκαιρίες είναι περιορισμένες, οπότε αν θέλεις να χαράξεις τον δικό σου δρόμο, χρειάζεται επιμονή, συνέπεια και εξωστρέφεια.
Για μένα, οι διεθνείς διακρίσεις και η επαφή με το εξωτερικό έπαιξαν καθοριστικό ρόλο. Δεν αντιμετώπισα την Ελλάδα ως όριο, αλλά ως αφετηρία. Η διεθνής καριέρα δεν χτίζεται από τη μια μέρα στην άλλη· απαιτεί συνεχή εξέλιξη, αυτοκριτική και θάρρος να βγεις από τη ζώνη ασφάλειάς σου. Τελικά, θα έλεγα πως ο δρόμος διαμορφώνεται όταν αποφασίζεις να μη συμβιβαστείς με το «αρκετά καλό», αλλά να αναζητάς σταθερά το υψηλότερο δυνατό επίπεδο, όπου κι αν αυτό σε οδηγήσει.
Το κλαρινέτο κινείται συχνά ανάμεσα σε διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς τον ρόλο του και πού νιώθετε ότι «ανήκετε» περισσότερο;
Το κλαρινέτο είναι ένα από τα λίγα όργανα που μπορούν να κινούνται με τόση φυσικότητα ανάμεσα σε διαφορετικούς μουσικούς κόσμους. Έχει τη δυνατότητα να είναι βαθιά λυρικό και εσωστρεφές στη λόγια μουσική, αλλά και εκρηκτικό, αυτοσχεδιαστικό και άμεσα επικοινωνιακό σε άλλα ιδιώματα.
Προσωπικά ανήκω στον χώρο της κλασικής – λόγιας μουσικής· αυτό έχω σπουδάσει και σε αυτόν τον χώρο δραστηριοποιούμαι επαγγελματικά. Εκεί αισθάνομαι ότι εκφράζομαι με τον πιο ολοκληρωμένο και συνειδητό τρόπο.
Ωστόσο, οι ορίζοντες και οι δυνατότητες του κλαρινέτου, καθώς και τα διαφορετικά ακούσματα και οι παραδόσεις που το συνοδεύουν, μου ανοίγουν δρόμους και προς άλλες μουσικές περιοχές, όπως η ελληνική παραδοσιακή μουσική και η τζαζ. Δεν τις βλέπω ως «αντίθετους» κόσμους, αλλά ως συμπληρωματικές διαστάσεις ενός οργάνου που δεν σταματά ποτέ να με εκπλήσσει.
Το Φεστιβάλ Μουσικής Δωματίου που συνδιοργανώνουν η Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης και το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης έχει ήδη γνωρίσει μεγάλη επιτυχία. Πώς βιώνετε εσείς αυτή τη σύμπραξη μουσικής και πολιτιστικής κληρονομιάς;
Βιώνω αυτή τη σύμπραξη ως κάτι βαθιά ουσιαστικό και συγκινητικό. Πάντα με γοήτευε η συνύπαρξη της τέχνης με την ιστορία, το να μπορεί η μουσική να «συνομιλεί» με αριστουργηματικά έργα άλλων εποχών και να δημιουργείται ένας ζωντανός διάλογος μέσα στον χρόνο.
Σε έναν χώρο όπως το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης η εμπειρία αποκτά μια σχεδόν τελετουργική διάσταση. Η μουσική δίνει παλμό και ανάσα σε έναν τόπο που ήδη κουβαλά μνήμη και ιερότητα, και το κοινό δεν βιώνει απλώς μια συναυλία, αλλά μια συνολική πολιτιστική εμπειρία. Αυτή η σύνδεση παρελθόντος και παρόντος είναι για μένα η μεγαλύτερη αξία αυτής της διοργάνωσης. Θα ήθελα, επίσης, να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου προς την Κρατική Ορχήστρα Θεσσαλονίκης για την πρόσκληση να συμμετάσχω σε ένα τόσο ξεχωριστό πρότζεκτ, που αναδεικνύει με τόση ευαισθησία τη σχέση της μουσικής με τον πολιτισμό. Ιδιαίτερη μνεία οφείλω και στον χαρισματικό και εξαιρετικά εμπνευσμένο φλαουτίστα και φίλο κ. Όθωνα Γκόγκα για την τόσο τιμητική του πρόταση και την εμπιστοσύνη του.
Το πρόγραμμα της συναυλίας περιλαμβάνει τόσο διασκευές γνωστών έργων όσο και πρωτότυπες συνθέσεις για τον ιδιαίτερο συνδυασμό φλάουτου, κλαρινέτου και πιάνου. Ποια ήταν η βασική καλλιτεχνική ιδέα πίσω από αυτή την επιλογή;
Ένα πρόγραμμα που συνδυάζει διασκευές αγαπημένων έργων με πρωτότυπες συνθέσεις είναι βαθιά συναρπαστικό, γιατί ενώνει τη μνήμη με τη δημιουργία. Προσφέρει στο κοινό τη χαρά της αναγνώρισης αλλά και τη συγκίνηση της ανακάλυψης και αυτός ο διάλογος είναι η ουσία της ζωντανής τέχνης. Η βασική καλλιτεχνική ιδέα γεννήθηκε από την ανάγκη να δημιουργήσουμε μια όσο το δυνατόν πιο πλούσια ηχητική παλέτα, με πολλές αποχρώσεις και διαβαθμίσεις. Τα έργα που επιλέξαμε μας δίνουν τη δυνατότητα να αναδείξουμε όλο το φάσμα των εκφραστικών δυνατοτήτων του συνδυασμού αυτών των οργάνων . Παρότι το φλάουτο και το κλαρινέτο διαθέτουν διαφορετική χροιά και τεχνική, υπάρχουν στιγμές όπου ο ήχος τους προσεγγίζει σε τέτοιο βαθμό, ώστε σχεδόν ταυτίζεται. Με τη σωστή τοποθέτηση, δυναμική και φραστική, η χροιά τους μπορεί να γίνει τόσο συγγενής, που ο ακροατής δυσκολεύεται να ξεχωρίσει ποιο όργανο ακούγεται κάθε φορά. Αυτή η λεπτή «σύγχυση» δεν είναι αδυναμία, αλλά ένα από τα πιο γοητευτικά στοιχεία του συνδυασμού τους, η δυνατότητα να εναλλάσσονται ανάμεσα στη διάκριση και την απόλυτη ηχητική ένωση και το γεγονός ότι στη συμφωνική ορχήστρα βρίσκονται κυριολεκτικά δίπλα-δίπλα δεν είναι απλά τυχαίο.
ΚΟΘ: Τρίο για φλάουτο, κλαρινέτο και πιάνο στο Αρχαιολογικό Μουσείο
Η συνεργασία σας με τον Όθωνα Γκόγκα και την Ελένη Νικολαΐδη – Μουρίκη τι νέες δυναμικές φέρνει στον ήχο και στον διάλογο μεταξύ των οργάνων;
Η εγγύτητα του φλάουτου με το κλαρινέτο μεταφράζεται σε έναν μουσικό διάλογο με ευελιξία, διαφάνεια και λυρισμό, όπου οι δύο φωνές άλλοτε διακρίνονται καθαρά και άλλοτε ενώνονται σε ένα ενιαίο ηχητικό αποτέλεσμα. Το πιάνο έρχεται να στηρίξει και να ολοκληρώσει αρμονικά αυτή τη συνομιλία, δίνοντας βάθος και σταθερότητα.
Φυσικά, σημαντικό ρόλο παίζει και το ρεπερτόριο που επιλέξαμε. Όμως, πέρα από τα έργα, καθοριστικό στοιχείο είναι η ανθρώπινη και καλλιτεχνική συμβατότητα. Όταν υπάρχει κοινή αισθητική, εμπιστοσύνη και αμοιβαία κατανόηση, τότε δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για το καλύτερο δυνατό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα.
Πιστεύετε ότι το ελληνικό κοινό είναι σήμερα πιο δεκτικό σε πειραματικούς συνδυασμούς και λιγότερο «αναμενόμενα» ρεπερτόρια;
Ναι, το πιστεύω. Ακόμα και όταν το πρόγραμμα περιλαμβάνει έργα που θεωρούνται «αναμενόμενα», όπως η Carmen του Μπιζέ ή το Καρναβάλι της Βενετίας, το ελληνικό κοινό έχει την ευαισθησία και την κρίση να αναγνωρίζει το ωραίο στην τέχνη. Αυτή η ικανότητα πηγάζει από τις βαθιές πολιτιστικές καταβολές των Ελλήνων και κάνει τη μουσική εμπειρία ζωντανή και ουσιαστική, ακόμα και σε πειραματικούς συνδυασμούς και λιγότερο συνηθισμένα ρεπερτόρια.

