Ο Στέφανο Γκαμπάνα, συνιδρυτής του Dolce & Gabbana, παραιτήθηκε επίσημα από τη θέση του ως πρόεδρος του οίκου του. Σύμφωνα με καταχώρηση εταιρικού μητρώου στην Ιταλία, 63χρονος σχεδιαστής παραιτήθηκε από τη θέση τον Δεκέμβριο του 2025, αν και η αθόρυβη αποχώρηση μόλις τώρα δημοσιοποιείται.
Η ιταλική φίρμα πολυτελείας ανέφερε ότι ο Gabbana υπέβαλε την παραίτησή του με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου, «στο πλαίσιο μιας φυσικής εξέλιξης της οργανωτικής δομής και της εταιρικής διακυβέρνησης». Πρόσθεσε επίσης: «Οι παραιτήσεις αυτές δεν έχουν καμία απολύτως επίπτωση στις δημιουργικές δραστηριότητες που ασκεί ο Stefano Gabbana για λογαριασμό του ομίλου».
Τον ρόλο ανέλαβε τον Ιανουάριο ο Alfonso Dolce, αδελφός του Domenico και διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας, σύμφωνα με το Bloomberg που μετέδωσε πρώτο την είδηση. Ο Gabbana φέρεται επίσης να εξετάζει επιλογές για το 40% των μετοχών του στην εταιρεία, ενόψει διαπραγματεύσεων με τις τράπεζες δανειστές, ενώ ο πρώην CEO της Gucci, Stefano Cantino, αναλαμβάνει ανώτερο διοικητικό ρόλο στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης. Εκπρόσωπος της Dolce & Gabbana δήλωσε: «Όσον αφορά τη δανειακή θέση, ο όμιλος δεν έχει να κάνει κάποιο σχόλιο αυτή τη στιγμή, καθώς οι διαπραγματεύσεις με τις τράπεζες βρίσκονται σε εξέλιξη».
Ο ιταλικός οίκος, που ιδρύθηκε το 1985, έχει επηρεαστεί από την κάμψη της αγοράς πολυτελούς μόδας, η οποία εντείνεται από την αβεβαιότητα λόγω του πολέμου στο Ιράν. Η Μέση Ανατολή αποτελεί βασική αγορά για τα luxury brands. Τον Μάρτιο αναφέρθηκε ότι η εταιρεία όρισε τη Rothschild & Co ως χρηματοοικονομικό σύμβουλο, καθώς προετοιμαζόταν για συνομιλίες με πιστωτές. Εκείνη την περίοδο είχε τραπεζικό χρέος 450 εκατ. ευρώ, μετά από αναχρηματοδότηση το 2025 στο πλαίσιο νέας στρατηγικής ανάπτυξης με στόχο τη διατήρηση της ανεξαρτησίας της. Οι δανειστές είχαν παραχωρήσει προσωρινή χαλάρωση των όρων δανεισμού. Οι δύο σχεδιαστές κατέχουν από 40% της εταιρείας, ενώ το υπόλοιπο ανήκει στον Alfonso Dolce και την αδελφή τους, Dorotea.
Ο Gabbana, 63 ετών, γεννήθηκε στο Μιλάνο και, αφού σπούδασε γραφιστική, γνώρισε τον Dolce ενώ εργάζονταν για τον σχεδιαστή Giorgio Correggiari. Έγιναν ζευγάρι και γνώρισαν γρήγορα επιτυχία με το brand τους, το οποίο βασίζεται σε μια «πολύ σέξι» ιταλική αισθητική με έντονα στοιχεία από τη σικελική κουλτούρα και το “la dolce vita”.
Η Madonna εκτόξευσε τη φήμη του οίκου το 1993, όταν τους ανέθεσε τα κοστούμια για την περιοδεία της “Girlie Show”. Οι δύο σχεδιαστές, αν και χώρισαν το 2004, συνέχισαν να συνεργάζονται δημιουργικά και επέκτειναν το brand σε ανδρική μόδα, εσώρουχα, αξεσουάρ, αρώματα και καλλυντικά, φτάνοντας το 2009 σε τζίρο 1 δισ. ευρώ. Ωστόσο, τα τελευταία 15 χρόνια ο οίκος έχει βρεθεί στο επίκεντρο αρκετών αντιπαραθέσεων, μεταξύ άλλων για κατηγορίες ρατσισμού και ομοφοβίας.
Το 2012 κατηγορήθηκε για εξιδανίκευση της δουλείας, ενώ το 2015 προκάλεσε αντιδράσεις όταν ο Dolce χαρακτήρισε τα παιδιά εξωσωματικής γονιμοποίησης «συνθετικά». Το 2018, διαφημιστική καμπάνια στην Κίνα προκάλεσε σάλο, οδηγώντας ακόμη και σε ακυρώσεις συνεργασιών και σημαντικές οικονομικές απώλειες. Παρά τις αντιδράσεις, οι δύο δημιουργοί συνεχίζουν να παρουσιάζουν ενιαίο μέτωπο, επιμένοντας στη φιλοσοφία τους να δημιουργούν ρούχα «άμεσα αναγνωρίσιμα», που φέρουν ξεκάθαρα την ταυτότητα της Dolce & Gabbana.
Κεντρική φωτογραφία: Luca Bruno/AP
