ΚΕΙΜΕΝΟ: Νίκος Τσιώλης
Υπάρχουν ταινίες που κάνουν επιτυχία. Και υπάρχουν κι εκείνες που σχεδόν από την πρώτη στιγμή μετατρέπονται σε κινηματογραφικό γεγονός.
Το Spider-Man: Brand New Day ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία. Σε μια περίοδο όπου η περίφημη «κόπωση των υπερηρώων» έχει γίνει σχεδόν μόνιμη συζήτηση, ο Spider-Man καταφέρνει ξανά να γεμίσει τις αίθουσες και να δημιουργήσει έναν μικρό χαμό γύρω από το όνομά του.
Το ενδιαφέρον, όμως, δεν βρίσκεται μόνο στην εμπορική του επιτυχία. Βρίσκεται κυρίως στο τι είδους Spider-Man αποφάσισε αυτή τη φορά να μας δώσει ο Destin Daniel Cretton.
Γιατί το Brand New Day δεν προσπαθεί τόσο να επανεφεύρει τον ήρωά του όσο να τον επιστρέψει εκεί όπου πραγματικά ανήκει.
Στη Νέα Υόρκη.
Και κυρίως, στον Peter Parker.
Ο Tom Holland αφήνει πλέον πίσω του τον πιτσιρικά Spider-Man των προηγούμενων ταινιών. Μπροστά μας βρίσκεται ένας Peter περισσότερο ώριμος και συνειδητοποιημένος, που μοιάζει να έχει θεραπεύσει τις πληγές του παρελθόντος — έστω και φαινομενικά. Έχει κλείσει έναν κύκλο και προσπαθεί πλέον να πορευτεί μόνος του σε έναν κόσμο πιο σκληρό, πιο καθημερινό και περισσότερο ενήλικο.
Όσα θυσίασε στις προηγούμενες ταινίες, και κυρίως στο No Way Home, δεν έχουν εξαφανιστεί. Υπάρχουν μέσα του και καθορίζουν τον άνθρωπο που βλέπουμε τώρα.
Και μαζί με τον Peter έχει ωριμάσει και ο Holland.
Δεν ξέρω αν πρόκειται για την καλύτερη ερμηνεία του ως Spider-Man. Είναι όμως σίγουρα η πιο ώριμη. Και αυτό από μόνο του δίνει στον χαρακτήρα ένα διαφορετικό ειδικό βάρος.
Η επιστροφή στις ρίζες γίνεται εμφανής και στην ίδια την εικόνα του ήρωα. Νέα αμφίεση, διαφορετική αισθητική και —ευτυχώς— πολύ λιγότερη τεχνολογική υπερβολή.
Τα gadgets παραμένουν, αλλά χρησιμοποιούνται όταν χρειάζονται. Και για όσους μεγαλώσαμε με έναν Spider-Man που είχε πρωτίστως τις δυνάμεις του, το μυαλό του και τους ιστούς του, αυτή η επιλογή είναι κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη.
Γιατί κάποια στιγμή, ανάμεσα σε τεχνολογικές στολές, μηχανικές αράχνες και κάθε λογής gadget, ο Peter είχε αρχίσει να θυμίζει περισσότερο έναν νεότερο Tony Stark παρά τον Spider-Man που γνωρίζαμε.
Εδώ ξαναβρίσκει τον εαυτό του.
Και ξαναβρίσκει και την πόλη του.
Ο Spider-Man είναι γέννημα-θρέμμα της Νέας Υόρκης. Η πόλη δεν ήταν ποτέ απλώς το φόντο των περιπετειών του. Είναι μέρος της ταυτότητάς του.
Και εδώ επιτέλους το θυμούνται.
Η φωτογραφία του Brett Pawlak και η σκηνοθετική ματιά του Cretton δίνουν στη Νέα Υόρκη πραγματική παρουσία. Ο τρόπος με τον οποίο κινείται ο Spider-Man ανάμεσα στα κτίρια και στους δρόμους της είναι, κατά τη γνώμη μου, ίσως ο καλύτερος που έχουμε δει μέχρι σήμερα κινηματογραφικά.
Υπάρχουν λήψεις που σχεδόν θέλεις να τις παγώσεις.
Και όταν η εικόνα «παγώνει», η στάση του σώματος, η κίνηση και ολόκληρη η χορογραφία του ήρωα θυμίζουν παλιά καρέ των κλασικών κόμικς του Spider-Man της δεκαετίας του ’60.
Για μερικές στιγμές δεν βλέπεις απλώς έναν ψηφιακό υπερήρωα να αιωρείται ανάμεσα σε ουρανοξύστες.
Βλέπεις ένα κόμικ να ζωντανεύει.
Ιδιαίτερα προς το τέλος, μάλιστα, ορισμένες εικόνες λειτουργούν σχεδόν σαν ένας μικρός φόρος τιμής στην ίδια τη Νέα Υόρκη.
Το σενάριο των Chris McKenna και Erik Sommers παραμένει σφιχτό σε όλη τη διάρκεια της ταινίας. Παρά το μεγάλο μήκος της, το Brand New Day δεν κάνει ουσιαστικά κοιλιά. Η αφήγηση κυλά ομαλά και καταφέρνει να χωρέσει έναν εντυπωσιακό αριθμό χαρακτήρων χωρίς να χάνει τον βασικό της άξονα.
Και, επιτέλους, μετά από καιρό, οι διάλογοι αντικαθιστούν αρκετές από τις άσκοπες εκρήξεις.
Οι χαρακτήρες μιλούν.
Έχουν χρόνο να υπάρξουν.

Ακόμη και οι πιο ήσυχες στιγμές επιτρέπεται να αναπνεύσουν χωρίς κάποιος να αισθάνεται την ανάγκη να ανατινάξει κάτι στο βάθος για να θυμηθούμε ότι βλέπουμε Marvel.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η δράση υποχωρεί.
Οι μάχες είναι όμορφα χορογραφημένες και καλογυρισμένες, με πολύ καλά εφέ και διαφορετικές οπτικές γωνίες που δίνουν στις σκηνές πραγματική ενέργεια. Για μία φορά, τα εφέ μοιάζουν να υπηρετούν τη σκηνοθεσία και όχι η σκηνοθεσία να θυσιάζεται στον βωμό του CGI.
Μέσα σε όλα αυτά περνούν και πολλά γνώριμα πρόσωπα.
Ο Mark Ruffalo ως Bruce Banner/Hulk και ο Jon Bernthal ως Frank Castle/Punisher έχουν ουσιαστική παρουσία στη δράση, ενώ παλιότεροι χαρακτήρες από τον κόσμο του Spider-Man επιστρέφουν, άλλοτε οργανικά και άλλοτε περισσότερο ως ένας όμορφος φόρος τιμής στην ιστορία του.
Το σημαντικό είναι ότι, πέρα από ορισμένα καθαρά cameos, οι περισσότεροι δεν βρίσκονται εκεί απλώς για να χειροκροτήσει η αίθουσα.
Συνεισφέρουν στον ρυθμό και στην εξέλιξη της ιστορίας.
Ακόμη και το χιούμορ είναι περισσότερο συγκρατημένο. Βρίσκεται εκεί που πρέπει και όσο πρέπει, πιο κοντά στο ύφος των παλιότερων ταινιών του Spider-Man και μακριά από εκείνη την περίοδο της Marvel όπου κάθε δραματική στιγμή έπρεπε υποχρεωτικά να τελειώσει με μια εξυπνάδα.
Και κάπου εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο στοιχείο του Brand New Day.
Το συναίσθημα.
Χωρίς να αποκαλύψω τίποτα, ο βασικός αντίπαλος της ταινίας δεν είναι απαραίτητα αυτός που όλοι νομίζουμε.
Γιατί ένας από τους μεγαλύτερους αντιπάλους του Peter Parker είναι ο ίδιος του ο εαυτός.
Αγωνίζεται να τον βρει. Να καταλάβει ποιος είναι μετά από όλα όσα έχουν συμβεί. Να συμφιλιωθεί με όσα έχασε, με όσα θυσίασε και με αυτό που έχει πλέον γίνει.
Και αυτή είναι μια μάχη που δεν κερδίζεται με γροθιές.

Στην προβολή όπου βρέθηκα, σε διαφορετικές στιγμές άκουσα δύο ανθρώπους πίσω μου να λένε ότι συγκινήθηκαν. Μία θεατής μάλιστα έκλαιγε.
Προφανώς αυτό δεν αποτελεί κάποιο νέο σύστημα αξιολόγησης της κινηματογραφικής τέχνης. Λέει όμως κάτι.
Γιατί η ταινία έχει συναίσθημα. Έχει στιγμές πραγματικής συγκίνησης και, κυρίως, έχει ξανά ανθρώπους που μιλούν, αισθάνονται, αμφιβάλλουν και παλεύουν όχι μόνο με τους άλλους αλλά και με τον ίδιο τους τον εαυτό.
Και εκεί το Brand New Day μου θύμισε περισσότερο τις πρώτες ταινίες του Sam Raimi.
Όχι επειδή προσπαθεί να τις αντιγράψει. Αλλά επειδή θυμάται τι ήταν αυτό που έκανε εξαρχής τον Spider-Man τόσο ξεχωριστό.
Ήταν ένας άνθρωπος της διπλανής πόρτας.
Πίσω από το προσωπείο του υπερήρωα υπήρχε κάποιος που πάλευε με την ύπαρξή του, τις σχέσεις του, τις συγκινήσεις του, τις απώλειες και τις επιλογές του.
Και όλα αυτά ήταν που τον έκαναν μεγαλύτερο άνθρωπο.
Όχι οι δυνάμεις του.
Ας μην ξεχνάμε, βέβαια, τι ταινία έχουμε απέναντί μας.
Το Spider-Man: Brand New Day παραμένει μια ταινία δράσης και φαντασίας. Μια ταινία στην οποία πηγαίνεις πρωτίστως για να περάσεις καλά.
Δεν πρόκειται να επαναπροσδιορίσει τον κινηματογράφο ή τις ιδέες του και ούτε χρειάζεται να το κάνει.
Έχει την ανεμελιά της, έχει τις υπερβολές της και αναπόφευκτα έχει και μια επιφανειακότητα που βρίσκεται σχεδόν μέσα στο DNA του είδους που υπηρετεί.
Μέσα όμως σε αυτή την ανεμελιά καταφέρνει να βρει χώρο για χαρακτήρες, συναίσθημα και μερικές πραγματικά ανθρώπινες στιγμές, χωρίς να ξεχνά ποτέ τον βασικό της σκοπό:
να διασκεδάσει.
Και το πετυχαίνει.

Βλέπεται εξαιρετικά ευχάριστα, κυλά χωρίς να κουράζει και, όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, δεν αισθάνεσαι ότι παρακολούθησες κάτι που προσπάθησε να αλλάξει το σινεμά.
Αισθάνεσαι απλώς ότι είδες μια πολύ καλή ταινία Spider-Man.
Και μερικές φορές αυτό είναι υπεραρκετό.
Υπάρχουν φορές που τα νούμερα του box office λένε απλώς ότι μια ταινία είχε καλό marketing.
Και υπάρχουν κι εκείνες που ίσως λένε κάτι περισσότερο.
Γιατί το Brand New Day δεν προσπαθεί να μας εντυπωσιάσει απλώς ανατινάζοντας περισσότερα πράγματα, προσθέτοντας περισσότερα gadgets ή στριμώχνοντας άλλον έναν υπερήρωα μέσα σε ένα ήδη υπερφορτωμένο κινηματογραφικό σύμπαν.
Κάνει κάτι πολύ πιο απλό.
Θυμάται ποιος είναι ο Spider-Man.
Και, μαζί του, ίσως θυμάται λίγο και η Marvel ποια ήταν κάποτε.
Αν λοιπόν υπάρχει ένα μήνυμα πίσω από αυτή την τεράστια επιτυχία, ίσως αυτό είναι και το σημαντικότερο πράγμα που πρέπει να κρατήσει η Marvel από το Brand New Day.
Όχι πόσα εισιτήρια έκοψε.
Αλλά γιατί ο κόσμος επέστρεψε στις αίθουσες.
Για να δει έναν ήρωα που δεν παλεύει μόνο με κακούς, τέρατα και εκρήξεις.
Παλεύει με τις επιλογές του, τις απώλειές του, την ύπαρξή του και, τελικά, με τον ίδιο του τον εαυτό.
Ίσως λοιπόν αυτός να είναι ο δρόμος που πρέπει να ακολουθήσει ξανά η Marvel για να βρει κάτι από τον χαμένο της εαυτό.
Γιατί κάποτε αυτό ακριβώς ήταν ο Spider-Man.
