Το φαινόμενο του Nolan: πώς γεμίζεις μια αίθουσα έναν χρόνο πριν βγει η ταινία
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΝΙΚΟΛΑΟΣ ΤΣΙΩΛΗΣ
Υπάρχουν ταινίες που ολοκληρώνονται με την πτώση των τίτλων τέλους. Υπάρχουν όμως και εκείνες που υπάρχουν πολύ πριν ανάψουν τα φώτα της αίθουσας και πολύ μετά την έξοδο του θεατή από αυτήν. Η Οδύσσεια του Christopher Nolan ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Ομολογώ πως δίστασα να γράψω αυτό το κείμενο. Όχι επειδή δεν είχα άποψη, αλλά επειδή αναρωτήθηκα αν υπήρχε πραγματικά κάτι καινούργιο να ειπωθεί. Μέσα σε λίγες μόλις ημέρες, το διαδίκτυο γέμισε με διθυράμβους, αποδομήσεις, βαθμολογίες, βίντεο, αναλύσεις και αμέτρητες συγκρίσεις. Άλλοι μίλησαν για αριστούργημα, άλλοι για απογοήτευση, ενώ δεν έλειψαν και εκείνοι που έσπευσαν να αποφασίσουν αν ο Nolan «πρόδωσε» ή «δικαίωσε» τον Όμηρο.

Όσο περισσότερο σκεφτόμουν την ταινία, τόσο περισσότερο συνειδητοποιούσα ότι το πραγματικό ενδιαφέρον της δεν βρίσκεται αποκλειστικά στην ποιότητά της, αλλά στο γεγονός ότι κατάφερε να κάνει εκατομμύρια ανθρώπους να συζητούν ξανά για ένα έπος σχεδόν τριών χιλιάδων ετών. Και μόνο αυτό δεν είναι μικρό επίτευγμα.
Η Οδύσσεια του Nolan δεν είναι απλώς μία ακόμη κινηματογραφική μεταφορά ενός λογοτεχνικού έργου. Είναι η συνάντηση ενός δημιουργού που έχει αποκτήσει σχεδόν μυθικές διαστάσεις με έναν από τους σημαντικότερους μύθους του δυτικού πολιτισμού.
Αυτό που με απασχόλησε περισσότερο δεν ήταν αν η ταινία αξίζει οκτώ ή εννέα στα δέκα. Ήταν γιατί δημιούργησε τόσο μεγάλη προσμονή, γιατί δίχασε τόσο έντονα το κοινό και, τελικά, τι απομένει όταν καταλαγιάσει ο θόρυβος. Γιατί η σημαντικότερη ιστορία εδώ μπορεί να μην είναι μόνο η Οδύσσεια του Οδυσσέα — μπορεί να είναι και η ίδια η κινηματογραφική «Οδύσσεια» του Christopher Nolan.
Το φαινόμενο Christopher Nolan
Ελάχιστοι σκηνοθέτες στη σύγχρονη ιστορία του κινηματογράφου έχουν καταφέρει αυτό που πέτυχε ο Christopher Nolan. Δεν είναι απλώς ένας δημιουργός με επιτυχημένες ταινίες· το όνομά του έχει εξελιχθεί σε πολιτισμικό γεγονός από μόνο του, και οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν με τρόπο που λίγοι σκηνοθέτες μπορούν να διεκδικήσουν.
Τα εισιτήρια για τις προβολές IMAX 70mm της Οδύσσειας άρχισαν να πωλούνται έναν ολόκληρο χρόνο πριν την πρεμιέρα, στις 17 Ιουλίου 2026 — κάτι πρωτόγνωρο για τη βιομηχανία. Σε πόλεις όπως το Λονδίνο και η Μελβούρνη εξαντλήθηκαν μήνες νωρίτερα, με θεατές να κλείνουν θέσεις ακόμη και σε προβολές στις 2 και στις 7 το πρωί. Και εδώ βρίσκεται η πραγματική κλίμακα του φαινομένου: πρόκειται για την πρώτη ταινία στην ιστορία γυρισμένη εξ ολοκλήρου με κάμερες IMAX, όμως μόλις 41 αίθουσες σε όλον τον πλανήτη διαθέτουν πραγματικό προβολικό εξοπλισμό IMAX 70mm φιλμ ικανό να την προβάλει όπως τη σχεδίασε ο Nolan — 25 στις ΗΠΑ, 9 στον Καναδά, 3 στο Ηνωμένο Βασίλειο και από μία στην Αυστραλία, το Βέλγιο, την Τσεχία και τη Γαλλία. Στην Ελλάδα δεν υπάρχει καμία· οι αίθουσες IMAX που διαθέτουμε στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη λειτουργούν σε ψηφιακή μορφή, όχι στο αναλογικό φιλμ 15/70 που αποτελεί την «αυθεντική» εμπειρία της ταινίας. Η Οδύσσεια είναι, έτσι, μια ταινία «IMAX» μόνο στα χαρτιά για τη μεγάλη πλειονότητα του πλανήτη. Όλος αυτός ο θόρυβος γύρω από το format, οι πωλήσεις εισιτηρίων έναν χρόνο νωρίτερα, οι αγορές που εξαντλούνται σε λίγες ώρες — για τους περισσότερους από εμάς καταλήγουν να είναι, εν τέλει, θόρυβος για το τίποτα, αφού ποτέ δεν θα βρεθούμε μπροστά στην αίθουσα που θα μας επιτρέψει να τη ζήσουμε όπως πραγματικά σχεδιάστηκε. Κι όμως, όσο κι αν ακούγεται σαν μάρκετινγκ επιτηδευμένης σπανιότητας, κάτι εδώ αξίζει πραγματικά: όχι επειδή η ταινία «χρειάζεται» οπωσδήποτε το φιλμ για να λειτουργήσει, αλλά επειδή η ίδια η ύπαρξη μιας τέτοιας εμπειρίας —σπάνιας, ακριβής, φθαρτής— θυμίζει ότι όχι όλα τα πράγματα οφείλουν να είναι διαθέσιμα σε όλους με το ίδιο κλικ. Μόνο που λίγοι τυχεροί, όχι κατ’ ανάγκη οι πιο άξιοι, θα καταλάβουν πραγματικά τι εννοούσε ο Nolan όταν σχεδίαζε αυτή την ταινία αποκλειστικά για το φιλμ. Στο πρώτο της Σαββατοκύριακο προβολής, η ταινία σημείωσε 124,5 εκατομμύρια δολάρια στις ΗΠΑ και 264,1 εκατομμύρια παγκοσμίως — το μεγαλύτερο παγκόσμιο ντεμπούτο σε ολόκληρη την καριέρα του Nolan, ξεπερνώντας ακόμη και το The Dark Knight Rises. Ήταν επίσης το μεγαλύτερο άνοιγμα ταινίας με περιορισμό ηλικίας (R) της χρονιάς, σε μια εποχή που το ιστορικό έπος θεωρείται σχεδόν παρωχημένο είδος στα εισιτήρια. Στο Rotten Tomatoes συγκέντρωσε 95% θετικές κριτικές, το υψηλότερο ποσοστό σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, με το κοινό να τη βαθμολογεί ακόμη υψηλότερα.

Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απλώς στατιστικά στοιχεία. Δείχνουν κάτι σπάνιο: ότι δύο διαφορετικές γενιές θεατών —από όσους μεγάλωσαν με το Memento μέχρι το κοινό που ανακάλυψε τον Nolan μέσα από βίντεο ανάλυσης στα social media— αποφάσισαν να αντιμετωπίσουν μια τρίωρη διασκευή ενός αρχαίου έπους σαν πολιτιστικό γεγονός που πρέπει να ζήσει κανείς στη μεγάλη οθόνη. Σε μια εποχή όπου οι ταινίες συνήθως καταναλώνονται βιαστικά και ξεχνιούνται ακόμη γρηγορότερα, αυτό είναι ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Nolan — μεγαλύτερο ακόμη κι από την ίδια την ταινία.
Αυτό, όμως, είναι ταυτόχρονα η μεγαλύτερη δύναμη αλλά και η μεγαλύτερη παγίδα του δημιουργού. Όσο μεγαλύτερος γίνεται ο μύθος γύρω από έναν σκηνοθέτη, τόσο δυσκολότερο είναι να κριθεί αποκλειστικά για το έργο του. Ο θεατής δεν μπαίνει στην αίθουσα ουδέτερος· κουβαλά ήδη τις προσδοκίες που δημιούργησαν το Memento, το The Prestige, η τριλογία του Dark Knight, το Inception, το Interstellar, το Dunkirk και το Oppenheimer — μια φιλμογραφία όπου έξι ταινίες ξεπερνούν το 90% στο Rotten Tomatoes, κάτι σπάνιο για οποιονδήποτε σύγχρονο σκηνοθέτη. Κάθε νέα του ταινία δεν συγκρίνεται μόνο με τον υπόλοιπο κινηματογράφο· συγκρίνεται με την ίδια τη φιλμογραφία του Nolan.
Ο Nolan δεν επέλεξε απλώς να μεταφέρει ένα από τα σημαντικότερα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Το επέλεξε λίγο μετά το πρώτο του Όσκαρ σκηνοθεσίας για το Oppenheimer, τη στιγμή δηλαδή που κάθε επιλογή του αντιμετωπίζεται σχεδόν ως ιστορικό γεγονός. Οι προσδοκίες δεν ήταν απλώς υψηλές· ήταν σχεδόν αδύνατο να ικανοποιηθούν πλήρως.
Εκεί βρίσκεται και το πρώτο λάθος που κάναμε πολλοί από εμάς ως θεατές: πήγαμε να δούμε όχι μόνο την Οδύσσεια του Ομήρου, αλλά και την επόμενη «μεγάλη δήλωση» του Christopher Nolan. Φορτώσαμε, χωρίς να το καταλάβουμε, την ταινία με περισσότερες προσδοκίες απ’ όσες μπορεί να αντέξει οποιοδήποτε κινηματογραφικό έργο.

Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο Nolan είναι μεγάλος σκηνοθέτης — αυτό έχει απαντηθεί εδώ και χρόνια, και οι αριθμοί το επιβεβαιώνουν. Το ερώτημα είναι αν υπάρχει άνθρωπος που μπορεί να μεταφέρει την Οδύσσεια στον κινηματογράφο χωρίς να απογοητεύσει ένα μέρος του κοινού. Γιατί η Οδύσσεια δεν είναι ένα απλό βιβλίο· είναι ένας από τους θεμέλιους λίθους του δυτικού πολιτισμού, και αποτελεί ίσως μία από τις πιο δύσκολες κινηματογραφικές προκλήσεις που μπορεί να αναλάβει ένας δημιουργός.
Γιατί η Οδύσσεια είναι το δυσκολότερο έργο που μπορεί να μεταφερθεί στον κινηματογράφο
Δεν είναι μόνο το μέγεθός της, ούτε ο αριθμός των επεισοδίων, των ηρώων ή των μυθολογικών πλασμάτων. Η πραγματική δυσκολία βρίσκεται αλλού: η Οδύσσεια δεν αφηγείται μία μόνο ιστορία. Είναι ταυτόχρονα ένα επικό ταξίδι, μια περιπέτεια επιβίωσης, ένα οικογενειακό δράμα, μια πολιτική αλληγορία, αλλά και ένας στοχασμός πάνω στον χρόνο, τη μνήμη, την απώλεια και την επιστροφή.
Κάθε δημιουργός που την προσεγγίζει καλείται να απαντήσει σε ερωτήματα χωρίς προφανή λύση: χρονολογική αφήγηση ή διαφορετική φόρμα; Έμφαση στο επικό στοιχείο ή στον άνθρωπο πίσω από τον μύθο; Θεοί ως πραγματικές παρουσίες ή ως συμβολικές προεκτάσεις της ανθρώπινης συνείδησης; Καμία επιλογή δεν είναι απόλυτα σωστή ή λανθασμένη — κάθε μία οδηγεί σε διαφορετική ανάγνωση του ίδιου έργου, και κάθε σκηνοθέτης αφήνει αναπόφευκτα το προσωπικό του αποτύπωμα.
Ο Nolan δεν υπήρξε ποτέ δημιουργός που αναζητούσε την ασφαλή οδό. Ήταν σχεδόν βέβαιο πως δεν θα αντιμετώπιζε την Οδύσσεια ως ένα ακόμη ιστορικό ή μυθολογικό έπος.
Γι’ αυτό οι αντιδράσεις ξεκίνησαν πολύ πριν προβληθεί η ταινία. Για αρκετούς, η Οδύσσεια αποτελεί σχεδόν ιερό κείμενο που δεν επιδέχεται ουσιαστικές παρεμβάσεις. Για άλλους, η αξία μιας διασκευής βρίσκεται ακριβώς στη δυνατότητα να συνομιλήσει με το πρωτότυπο και όχι να το αντιγράψει. Η αλήθεια βρίσκεται, μάλλον, κάπου ανάμεσα.

Ο Nolan δεν προσπαθεί να αντικαταστήσει τον Όμηρο· κανείς δεν θα μπορούσε. Προσπαθεί να συνομιλήσει μαζί του μέσα από το προσωπικό του κινηματογραφικό βλέμμα. Αυτό που παρακολουθούμε δεν είναι η Οδύσσεια του Ομήρου, αλλά η Οδύσσεια όπως την αντιλαμβάνεται ένας σκηνοθέτης του 21ου αιώνα, με τις δημιουργικές του εμμονές, τις αρετές και τις αδυναμίες που χαρακτηρίζουν το έργο του.

Η δυσκολία βρίσκεται στο εξής: η κινηματογραφική γλώσσα του Nolan βασίζεται στη δομή, στους μηχανισμούς της αφήγησης και στις ιδέες. Ο Όμηρος μιλά πρωτίστως για ανθρώπους — για τις σχέσεις τους, τις αδυναμίες τους, την ενοχή, τον φόβο, την απώλεια και τη βαθιά ανάγκη της επιστροφής. Σε αυτό το σημείο κρίνεται τελικά η ταινία. Όχι από το πόσο εντυπωσιακά αποδίδει τον Κύκλωπα, τις Σειρήνες ή τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη — αυτά είναι τεχνικά επιτεύγματα. Το ζητούμενο είναι αν, πίσω από το θέαμα, υπάρχει χώρος για να αναπνεύσουν οι άνθρωποι και τα συναισθήματά τους.
Η συζήτηση γύρω από την ταινία ξεπερνά, έτσι, τα όρια μιας απλής κριτικής. Αγγίζει ένα διαχρονικό ερώτημα: όταν ένα αριστούργημα περνά στα χέρια ενός μεγάλου δημιουργού, οφείλει να μείνει πιστό στο παρελθόν ή έχει το δικαίωμα σε μια νέα φωνή;
Η «Οδύσσεια» του Christopher Nolan
Από τα πρώτα κιόλας λεπτά γίνεται σαφές ότι ο Christopher Nolan δεν επιχειρεί να αφηγηθεί ξανά μια ιστορία που όλοι γνωρίζουμε. Επιλέγει να τη φιλτράρει μέσα από τη δική του κινηματογραφική γλώσσα, εκεί όπου ο χρόνος δεν κυλά γραμμικά, οι αναμνήσεις εισβάλλουν διαρκώς στο παρόν και ο θεατής καλείται να συνθέσει μόνος του τα κομμάτια της αφήγησης.
Η επιλογή αυτή δεν αποτελεί έκπληξη· είναι η φυσική συνέχεια μιας φιλμογραφίας που εδώ και χρόνια αντιμετωπίζει τον χρόνο όχι ως απλό αφηγηματικό εργαλείο αλλά ως βασικό δραματουργικό άξονα. Στην Οδύσσεια, όμως, αυτή η προσέγγιση αποκτά ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς συνδέεται με έναν ήρωα που κουβαλά πάνω του το βάρος ενός πολέμου, μιας δεκαετούς περιπλάνησης και των ανθρώπων που έχασε στον δρόμο της επιστροφής.
Ως ιδέα, η προσέγγιση είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα. Στην πράξη, όμως, δεν αξιοποιείται πάντοτε με την ίδια συνέπεια. Οι συνεχείς μεταβάσεις ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν εξυπηρετούν αποτελεσματικά την εξέλιξη της ιστορίας, όμως αρκετές φορές λειτουργούν περισσότερο ως αφηγηματικός μηχανισμός παρά ως μέσο ουσιαστικής εμβάθυνσης στον ψυχισμό του Οδυσσέα. Σε αρκετά σημεία, τα γεγονότα διαδέχονται το ένα το άλλο με τέτοια ταχύτητα, ώστε ακόμη και οι πιο εντυπωσιακά σχεδιασμένες σκηνές δράσης μοιάζουν να ολοκληρώνονται πριν προλάβουν να αποκτήσουν το δραματικό τους βάρος. Δεν πρόκειται για κενά πλοκής· ο θεατής καταλαβαίνει τι συμβαίνει και παρακολουθεί χωρίς να χάνεται. Εκείνο που λείπει είναι ο χρόνος να κατακαθίσουν συναισθηματικά οι συνέπειες, πριν η ταινία προχωρήσει στο επόμενο κεφάλαιο.
Παρ’ όλα αυτά, όταν ο Nolan επιλέγει να επιβραδύνει τον ρυθμό και αφήνει τους χαρακτήρες να πάρουν τη θέση του θεάματος, η ταινία αποκαλύπτει τις πιο δυνατές της στιγμές. Εκεί οι εικόνες αποκτούν μεγαλύτερο βάρος, οι διάλογοι αναπνέουν και τα συναισθήματα βρίσκουν τον χώρο που χρειάζονται για να αγγίξουν πραγματικά τον θεατή. Δεν είναι, λοιπόν, ταινία που της λείπουν οι μεγάλες σκηνές. Είναι ταινία που, σε ορισμένα σημεία, θα κέρδιζε ακόμη περισσότερο αν εμπιστευόταν λίγο περισσότερο τις μικρές — εκείνες που δεν εντυπωσιάζουν απαραίτητα με το μέγεθος ή το θέαμα, αλλά μένουν τελικά περισσότερο στη μνήμη.

Αυτό αντικατοπτρίζεται και στους ίδιους τους χαρακτήρες. Ο Matt Damon προσφέρει μια μεστή και απόλυτα ελεγχόμενη ερμηνεία, χωρίς περιττές εξάρσεις. Ωστόσο, ο Οδυσσέας που βλέπουμε στην οθόνη δεν αποκτά πάντοτε την ψυχολογική πολυπλοκότητα που χαρακτηρίζει τον ομηρικό ήρωα. Παρακολουθούμε τις αποφάσεις του, τις μάχες και τις δοκιμασίες του, όμως σπανιότερα έχουμε την ευκαιρία να κατανοήσουμε τον άνθρωπο πίσω από τον θρύλο. Σε ορισμένες στιγμές, μάλιστα, παρουσιάζεται περισσότερο παρορμητικός απ’ όσο θα περίμενε κανείς από τον πολυμήχανο βασιλιά της Ιθάκης — μια δημιουργική επιλογή που πιθανότατα θα διχάσει το κοινό.
Αντίθετα, ο Τηλέμαχος είναι ο χαρακτήρας που θεωρώ πως διαθέτει την πιο ολοκληρωμένη δραματική πορεία. Δεν αναζητά μόνο τον πατέρα του· αναζητά τη δική του θέση απέναντι στον μύθο που τον συνοδεύει. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, ωριμάζει, αμφισβητεί, συγκρούεται και τελικά διαμορφώνει τη δική του ταυτότητα. Είναι ο χαρακτήρας που μεταμορφώνεται περισσότερο από όλους.
Υπάρχει, ωστόσο, ένα σημείο όπου ο Nolan δείχνει ίσως την πιο έξυπνη πλευρά της σκηνοθεσίας του: τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τους θεούς. Δεν εμφανίζονται ως ενεργά πρόσωπα που παρεμβαίνουν στη μοίρα των ανθρώπων, αλλά περισσότερο ως σιωπηλοί παρατηρητές — σχεδόν ίχνη παρά παρουσίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Αθηνάς, την οποία υποδύεται η Zendaya, όνομα που όμως δεν προφέρεται ποτέ μέσα στην ταινία. Η ταινία αφήνει σκόπιμα ανοιχτό το ερώτημα αν αυτό που βλέπουμε είναι πράγματι η θεά ή μια προβολή του ίδιου του Οδυσσέα, μια εικόνα που γεννά το μυαλό του μέσα στην απόγνωση και την εξάντληση του ταξιδιού του. Ο Nolan δεν το εξηγεί ρητά —και καλά κάνει— αλλά αφήνει αρκετά ίχνη ώστε ο προσεκτικός θεατής να αναρωτηθεί αν παρακολουθεί θεϊκή παρέμβαση ή ανθρώπινη ψευδαίσθηση γεννημένη από τον φόβο και την ελπίδα. Πρόκειται για μια αλληγορική επιλογή που, πέρα από την κομψότητά της, φωτίζει κάτι βαθύτερο: πώς μπορεί πραγματικά να αντιλαμβάνονταν οι αρχαίοι άνθρωποι τους θεούς τους — όχι ως σώματα που εμφανίζονται μπροστά τους, αλλά ως παρουσίες που ένιωθαν χωρίς να βλέπουν, και που χρησιμοποιούσαν για να δώσουν νόημα σε καταστροφές, απώλειες και συγκυρίες που δεν μπορούσαν αλλιώς να εξηγήσουν.

Η Πηνελόπη, αντίθετα, παραμένει μια παρουσία γεμάτη αξιοπρέπεια και εσωτερική δύναμη, χωρίς όμως να της δίνεται ο απαραίτητος δραματικός χώρος για να αναπτυχθεί ουσιαστικότερα. Οι σκηνές της υπηρετούν την αφήγηση, αλλά δύσκολα ξεφεύγουν από την εικόνα που ήδη γνωρίζουμε γι’ αυτήν. Το πιο ζωντανό στιγμιότυπο γύρω της, ωστόσο, δεν είναι η αναμονή, αλλά η τριβή της με τον Τηλέμαχο. Σε δύο-τρεις σκηνές διαλόγου, μάνα και γιος διαφωνούν — για το πώς πρέπει να αντιμετωπιστούν οι μνηστήρες, για το πόσο ακόμη πρέπει να περιμένουν, για το τι σημαίνει πίστη σε έναν άνθρωπο που ίσως δεν επιστρέψει ποτέ. Εκεί, για λίγα λεπτά, η ταινία αποκτά μια ρεαλιστική, σχεδόν οικογενειακή ένταση που λείπει από το υπόλοιπο έπος: όχι θεοί ή μνηστήρες που απειλούν, αλλά δύο άνθρωποι που αγαπιούνται και διαφωνούν πάνω στο πώς να περιμένουν κάποιον που λείπει.
Μόνο προς το τέλος ο Nolan επιτρέπει στον Οδυσσέα να στραφεί πραγματικά προς τον εαυτό του. Για πρώτη φορά ο ήρωας δεν αφηγείται απλώς όσα έζησε· επιχειρεί να τα κατανοήσει, να τα ζυγίσει και να αναμετρηθεί με το βάρος των επιλογών του. Είναι μια λυτρωτική και βαθιά ανθρώπινη κορύφωση, που όμως μοιάζει ημιτελής: η ταινία δεν έχει προετοιμάσει σταδιακά αυτή την εσωτερική διαδρομή. Οι στιγμές αυτογνωσίας που θα έδιναν μεγαλύτερο ψυχολογικό βάθος στον Οδυσσέα εμφανίζονται σποραδικά και συχνά υποχωρούν μπροστά στον γρήγορο ρυθμό της αφήγησης. Έτσι, όταν φτάνει η τελική λύτρωση, είναι συγκινητική και ουσιαστική, αλλά έρχεται πιο απότομα απ’ όσο έχει προετοιμάσει η ίδια η ταινία.
Η σημαντικότερη προσωπική μου επιφύλαξη απέναντι στην Οδύσσεια δεν αφορά το μέγεθος της φιλοδοξίας της ούτε την αναμφισβήτητη σκηνοθετική δεξιοτεχνία του Nolan, αλλά την ισορροπία ανάμεσα στον εντυπωσιασμό και στον άνθρωπο. Γιατί πίσω από κάθε μεγάλο έπος δεν κρύβονται μόνο θεοί, τέρατα και μάχες. Κρύβεται, πάνω απ’ όλα, ένας άνθρωπος που προσπαθεί να επιστρέψει — όχι μόνο στην πατρίδα του, αλλά και στον ίδιο του τον εαυτό.
Από καθαρά σκηνοθετική άποψη, δύσκολα μπορεί κανείς να αμφισβητήσει ότι ο Christopher Nolan παραμένει ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της εποχής του. Η αυτοπεποίθηση με την οποία στήνει τις εικόνες του, η κλίμακα της παραγωγής και η ικανότητά του να διαχειρίζεται σύνθετες αφηγήσεις εξακολουθούν να εντυπωσιάζουν. Ωστόσο, όπως δείχνουν και οι παραπάνω επιφυλάξεις, η φιλοδοξία μιας σκηνοθετικής σύλληψης δεν οδηγεί πάντοτε σε αντίστοιχα αποτελέσματα στο επίπεδο του σεναρίου.
Η υπερπαραγωγή που δεν ένιωσα ποτέ ως υπερπαραγωγή

Η μεγαλύτερη έκπληξη που μου επιφύλαξε η Οδύσσεια δεν αφορά την αφήγησή της, αλλά την ίδια την ταυτότητα της παραγωγής της. Γνωρίζοντας ότι πρόκειται για την ακριβότερη ταινία που έχει σκηνοθετήσει ο Christopher Nolan, περίμενα —ίσως ασυναίσθητα— να αντικρίσω έναν κόσμο που θα με παρέσυρε με την κλίμακά του, μια κλασική κινηματογραφική υπερπαραγωγή. Αυτό, όμως, δεν ήρθε ποτέ.
Δεν αναφέρομαι φυσικά στην ποιότητα της παραγωγής, η οποία είναι ιδιαίτερα προσεγμένη, αλλά στον τρόπο με τον οποίο αυτή φτάνει στον θεατή. Η Τροία, η Πύλος και η Ιθάκη παρουσιάζονται μέσα από επιλεγμένα τμήματα των χώρων τους. Βλέπουμε μια αυλή, μια αίθουσα, ένα σημείο ενός παλατιού ή μιας πόλης, αρκετά ώστε να υπηρετηθεί η αφήγηση, όχι όμως σε τέτοιο βαθμό ώστε να δημιουργηθεί η εντύπωση ενός ολόκληρου κόσμου που εκτείνεται πέρα από το κάδρο. Το ίδιο ισχύει και για τα παλάτια, τα οποία λειτουργούν ως χώροι δράσης, χωρίς να αποκτούν τη μνημειακή παρουσία που συχνά συνοδεύει τις μεγάλες επικές παραγωγές.
Ανάλογη ήταν και η εντύπωση που μου άφησαν οι σκηνές δράσης. Από την πολιορκία της Τροίας μέχρι την τελική αναμέτρηση με τους μνηστήρες, οι μάχες υπηρετούν την εξέλιξη της ιστορίας χωρίς να βασίζονται αποκλειστικά στο θέαμα. Δεν επιδιώκουν να εντυπωσιάσουν με την υπερβολή ή την ωμή βιαιότητα, ενώ στην περίπτωση της τελικής σύγκρουσης στην Ιθάκη ένιωσα ότι η διάρκειά της ξεπερνά τη δραματική ένταση που τελικά καταφέρνει να δημιουργήσει.
Το ίδιο μέτρο συναντά κανείς και στα οπτικά εφέ. Ο Πολύφημος, οι Σειρήνες και οι Λαιστρυγόνες εντάσσονται οργανικά στον κόσμο της ταινίας, χωρίς να δίνουν την εντύπωση ότι υπάρχουν μόνο για να επιδείξουν τις τεχνικές δυνατότητες της παραγωγής. Ως θεατής, δεν είχα ποτέ την εντύπωση ότι η ταινία στηρίζεται υπερβολικά στα ψηφιακά εφέ ή ότι προσπαθεί να εντυπωσιάσει μέσα από αυτά.
Από τις στιγμές που ξεχώρισα περισσότερο ήταν η σκηνή με τις Σειρήνες. Εκεί, ο ήχος αποσύρεται προσωρινά και η εικόνα μένει για λίγο να λειτουργήσει σχεδόν μόνη της. Πρόκειται για μια κινηματογραφική τεχνική που έχουμε συναντήσει και σε άλλες ταινίες, όμως εδώ λειτούργησε εξαιρετικά. Για λίγες στιγμές δεν παρακολουθούμε απλώς τη σκηνή, αλλά νιώθουμε πως πλησιάζουμε την αποπροσανατολισμένη εμπειρία του ίδιου του Οδυσσέα.

Η ίδια συγκρατημένη λογική χαρακτηρίζει και την ενδυματολογία της Ellen Mirojnick, η οποία σχεδίασε πάνω από 5.300 κοστούμια εμπνευσμένα από τη Μυκηναϊκή Ελλάδα και την ύστερη Εποχή του Χαλκού. Η προσέγγισή της είναι εξίσου συγκεκριμένη σε κάθε χαρακτήρα: το κοστούμι του Αγαμέμνονα χτίστηκε γύρω από υλικά που δηλώνουν πλούτο και ιεραρχία, ενώ αυτό της Ελένης περιλαμβάνει έναν χάλκινο, ασύμμετρο ώμο-γιακά που θυμίζει θραύσμα αγάλματος — μια εικαστική επιλογή που ξεφεύγει από τη συνηθισμένη αισθητική του είδους. Με εξαίρεση τέτοιες επιλογές, που τηρούν ένα μοτίβο εντυπωσιασμού και σκοτεινής επιβλητικότητας, τα περισσότερα κοστούμια —όπως και της Πηνελόπης, βασισμένα σε ντραπέ σχέδια χωρίς επίδειξη, ταιριαστά σε έναν χαρακτήρα ήσυχης στρατηγικής σκέψης— υπηρετούν διακριτικά τους χαρακτήρες χωρίς να διεκδικούν πρωταγωνιστικό ρόλο. Δεν είναι μια ταινία που θα θυμάμαι πρωτίστως για την ενδυματολογική της ταυτότητα.
Η μουσική εδώ δεν είναι απλή επένδυση της δράσης — είναι δήλωση πρόθεσης. Ο Nolan ζήτησε ρητά από τον συνθέτη Ludwig Göransson, στην τρίτη τους συνεργασία μετά το Tenet και το Oppenheimer, να αποφύγει εντελώς την παραδοσιακή ορχήστρα — μια επιλογή που λειτουργεί τόσο ως ιστορική εντιμότητα, αφού η ορχήστρα δεν υπήρχε στην Εποχή του Χαλκού, όσο και ως απόσταση από τον καθιερωμένο ήχο των επικών ταινιών, όπως αυτός του Hans Zimmer στο Gladiator. Ο Göransson στράφηκε σε αρχαία ελληνικά όργανα όπως ο αυλός και η λύρα, σε 35 μπρούτζινα γκονγκ διαφορετικού μεγέθους και σε synthesizers, ενώ ενσωμάτωσε και φωνητικά — μεταξύ άλλων του James Blake, ο οποίος συνυπογράφει με τον Travis Scott και το πρωτότυπο τραγούδι «When I’m Home». Δεν πρόκειται, εξάλλου, για μουσική που οδηγεί συναισθηματικά την εικόνα, όπως θα έκανε λόγου χάρη ένας John Williams, όπου η μελωδία προηγείται και η σκηνή ακολουθεί το συναίσθημα που εκείνη υπαγορεύει. Εδώ η σχέση αντιστρέφεται: η μουσική λειτουργεί χειρουργικά, σαν εργαλείο που εξυπηρετεί τη σκηνή δίχως να επιδιώκει να την καθοδηγήσει ή να την υπερβεί συναισθηματικά — μια επιλογή απόλυτα συνεπής με το όλο ύφος της ταινίας, που προτιμά τη λειτουργικότητα από τον λυρισμό. Το αποτέλεσμα είναι ένας ήχος περίεργα οικείος και ταυτόχρονα ξένος, που αποφεύγει επιδέξια τις γνώριμες ηχητικές συμβάσεις του είδους. Παρ’ όλα αυτά, δεν γεννήθηκε εκείνο το μουσικό θέμα που συνεχίζει να ακολουθεί τον θεατή μετά την έξοδό του από την αίθουσα· η τολμηρή επιλογή του υλικού δεν μεταφράστηκε, τουλάχιστον για εμένα, σε μια εξίσου αξέχαστη μελωδία.
Παρακολούθησα, λοιπόν, μία από τις ακριβότερες παραγωγές του Christopher Nolan, χωρίς ποτέ να νιώσω ότι έβλεπα μια ταινία που επιδίωκε να επιβληθεί μέσα από το μέγεθος και την επίδειξη της παραγωγής της. Αντίθετα, έφυγα με την εντύπωση ότι όλα τα τεχνικά της μέσα —από τα σκηνικά και τις μάχες μέχρι τα οπτικά εφέ και τον ήχο— επέλεξαν να υπηρετήσουν την αφήγηση και όχι να την επισκιάσουν.
Επίλογος

Όταν ξεκίνησα να γράφω αυτό το άρθρο, πίστευα ότι θα προσπαθούσα να απαντήσω σε ένα απλό ερώτημα: πέτυχε ή απέτυχε ο Christopher Nolan να μεταφέρει την Οδύσσεια στον κινηματογράφο; Στην πορεία, όμως, κατάλαβα ότι αυτό δεν ήταν το πραγματικό ερώτημα.
Η Οδύσσεια είναι από εκείνα τα έργα που επιβιώνουν μέσα στους αιώνες επειδή κάθε εποχή αισθάνεται την ανάγκη να τα διαβάσει ξανά μέσα από τη δική της ματιά. Ο Nolan έκανε τη δική του ανάγνωση. Όπως εκατομμύρια αναγνώστες και δημιουργοί πριν από εκείνον, προσέγγισε τον Όμηρο μέσα από τη δική του καλλιτεχνική γλώσσα, τις δικές του αναφορές και τις δικές του αγωνίες.
Εκεί βρίσκεται τελικά η μεγαλύτερη πρόκληση κάθε διασκευής. Δεν μας καλεί μόνο να αναμετρηθούμε με το έργο που βλέπουμε στην οθόνη. Μας καλεί να αναρωτηθούμε πώς διαβάζουμε εμείς οι ίδιοι το πρωτότυπο έργο και ποιες προσδοκίες κουβαλάμε απέναντί του.
Υπάρχει μια σκέψη που αποδίδεται συχνά στη φιλοσοφία της κινηματογραφικής κριτικής του André Bazin: ότι κάθε κριτική είναι ταυτόχρονα και μια αποκάλυψη του ίδιου του κριτικού. Όχι γιατί η κρίση είναι αντικειμενική ή υποκειμενική, αλλά γιατί κάθε άνθρωπος φέρνει μαζί του τις εμπειρίες, τις μνήμες και τις προσδοκίες με τις οποίες συναντά ένα έργο τέχνης.
Έτσι, όταν γράφουμε ή μιλάμε για την Οδύσσεια του Christopher Nolan, στην πραγματικότητα αποκαλύπτουμε και ποια είναι η δική μας ιδέα για την Οδύσσεια. Και αυτό δεν είναι πρόβλημα. Είναι αναπόφευκτο.
Γιατί η τέχνη δεν ζητά από όλους να συμφωνήσουν. Ζητά μόνο να συνεχίσουν τον διάλογο.
