22οΦΝΘ: «ΔΙΟΝΥΣΟΣ, η επιστροφή»- Συζητώντας για τον Θ.Τερζόπουλο με τον σκηνοθέτη Σπύρο Τσιφτσή

 
Σχεδόν τριάνταπέντε χρόνια μετά το θρυλικό ανέβασμα των Βακχών, το όνομα του Θόδωρου Τερζόπουλου συγκαταλέγεται στο πάνθεον της διεθνούς θεατρικής πρωτοπορίας. Ο σκηνοθέτης Σπύρος Τσιφτσής ακολουθεί τον Τερζόπουλο, το τέταρτο παιδί μιας αγροτικής οικογένειας προσφύγων απ’ τον Πόντο, στη συναρπαστική του διαδρομή: από τον Μακρύγιαλο της Πιερίας, τόπο καταγωγής του, στο ταξίδι του στο Berliner Ensemble, στη Ρωσία, στην Κίνα, στην Αμερική, στη βάση του στο θέατρο Άττις στο Μεταξουργείο, φτάνοντας μέχρι τους Δελφούς, εκεί όπου ξεκίνησαν όλα. Με το ντοκιμαντέρ «ΔΙΟΝΥΣΟΣ, η επιστοφή» περιγράφει όλη αυτή την απίστευτη πορεία του Τερζόπουλου και με αφορμή την παγκόσμια πρεμιέρα του φιλμ στο διαδικτυακό για φέτος 22ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης (www.filmfestival.gr) από τις 19 έως τις 28 Μαϊου 2020, μοιραστήκαμε λίγα λόγια για τη δημιουργία του. 

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ

Ο σκηνοθέτης Σπύρος Τσιφτσής

Σας έχουν απασχολήσει ισχυρές προσωπικότητες στα προηγούμενα φιλμ σας. Τι σας ώθησε στο ντοκιμαντέρ «Διόνυσος, η επιστροφή» να πείτε την ιστορία του Θόδωρου Τερζόπουλου;

Ισχυρές προσωπικότητες χαμηλών τόνων και ήπιας συμπεριφοράς με τεράστιο έργο, ανήσυχοι και σε διαρκή αναζήτηση.
Στον Τερζόπουλο με ώθησε καταρχήν η Λουκία Ρικάκη. Μου πρότεινε το 1989 να ακολουθήσω το Άττις στην περιοδεία του στην Αυστραλία. Από κει και πέρα με το που ήρθα σε επαφή με τη δουλειά του Θόδωρου, δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς γιατί η ιδέα υπηρχε πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Και μετά γνώρισα και τον ίδιο. Μια ισχυρή προσωπικότητα χαμηλών τόνων και ήπιας συμπεριφοράς με τεράστιο έργο, ανήσυχη και σε διαρκή αναζήτηση.  Κάποια στιγμή ήρθε η ώρα να πω αυτή την ιστορία με ένα τρόπο που να ξεφεύγει από την απλή καταγραφή της μεθόδου και του έργου του που με το πέρασμα του χρόνου όλο και μεγαλώνει και σε μέγεθος και σε συσσωρευμένη αξία και σε παγκόσμια αποδοχή.

Έχετε αναλάβει τη σκηνοθεσία, το μοντάζ, τη μουσική, την φωτογραφία και το σενάριο της ταινίας. Πόσο δύσκολο είναι αυτό για έναν δημιουργό και για ποιο λόγο το κάνατε;

Το σενάριο και η σκηνοθεσία πάνε σχεδόν πάντα μαζί. Πολλοί από εμάς κάνουμε και κάμερα και ήχο ακόμη κι αν υπάρχει βοήθεια καθώς τα γυρίσματα μιας ταινίας ντοκιμαντέρ απλώνονται σε μεγάλες χρονικές περιόδους. Οπότε άλλοτε είναι επιλογή, άλλοτε ανάγκη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ξεκίνησα τα γυρίσματα το 2014 μόνος μου γιατί μου επέτρεπε μεγαλύτερη ευελιξία στη σχέση μου με τον Θόδωρο κάτι που και ο ίδιος προτιμούσε. Στην πορεία και καθώς οι ανάγκες άλλαζαν συνεργάστηκα με τον Δημήτρη Κατσαϊτη που έχει επίσης γυρίσει και ολόκληρο το αρχειακό υλικό, και στις ταινίες της Λουκίας Ρικάκη στο Καύκασο και στα δικά μου γυρίσματα στην Αυστραλία το 1989 και στην Πάτρα το 1990, και με τον Οδυσσέα Παυλόπουλο το γύρισμα στους Δελφούς. Το να κάνεις κάμερα, ήχο και σκηνοθεσία ταυτόχρονα, πολλές φορές είναι εφιάλτης. Άλλες φορές (π.χ. στην Ταιπέι) ήταν πολύ πιό χαλαρά καθώς έπρεπε να προλαβαίνω αυτά που συνέβαιναν στη προετοιμασία της παράστασης, αλλά το περιβάλλον ήταν πολύ πιό ελεγχόμενο και ήξερα ότι μεγάλο μέρος του υλικού δεν θα χρησιμοποιηθεί.
Τη μουσική έχει γράψει ο Μιχάλης Τσιφτσής, τζαζ κιθαρίστας που μόλις ολοκλήρωσε τις μεταπτυχιακές του σπουδές στο Manhattan School of Music.
Όσον αφορά το μοντάζ, όπως έγραψε πρόσφατα ο Αχιλλέας Κυριακίδης  “Το μοντάζ στο ντοκιμαντέρ είναι το συντακτικό με το οποίο ο δημιουργός διατυπώνει την άποψή του για την πραγματικότητα. Σε κανένα άλλο κινηματογραφικό είδος το μοντάζ δεν παίζει τόσο πρωταρχικό και ουσιαστικό ρόλο.”  Με άλλα λόγια όσο οργανωμένος και προετοιμασμένος να είσαι στο γύρισμα, όση έρευνα και να έχεις κάνει, το ντοκιμαντέρ φτιάχνεται κατά κύριο λόγο στο μοντάζ. Το να κάνεις μοντάζ σε δική σου ταινία έχει κι αυτό υπέρ και κατά. Ελέγχεις ακριβώς αυτό που θέλεις να κάνεις, αλλά χάνεις την απαραίτητη απόσταση από το υλικό σου, την απαραίτητη ουδέτερη ματιά του παρατηρητή που δεν έχει συναισθηματική εμπλοκή με το υλικό. Σε αυτή την περίτωση υπήρξε απόσταση ανάμεσα στο τέλος των γυρισμάτων και στην αρχή του μοντάζ που μου επέτρεψε να έχω πιό παρθένα ματιά.

Τα τοπία, η αισθητική και οι εικόνες που απολαμβάνουμε μέσα στο ντοκιμαντέρ  συμπληρώνουν άριστα τη διήγηση του κ. Τερζόπουλου στα σωστά σημεία της. Πως εμπνευστήκατε και δημιουργήσατε αυτό το κομμάτι του ντοκιμαντέρ; 

Τον Μακρύγιαλο δεν τον είχα επισκεφτεί πριν, ήξερα μόνο ότι είναι παραθαλάσσιο μέρος. Δεν έκανα έρευνα, δεν μπήκα στο google earth, ήθελα να ανακαλύψω το χώρο όπως τον αφηγείται ο Θόδωρος Τερζόπουλος, ήμουν –ας πούμε- ο πρώτος θεατής. Και φυσικά είχα μαζί μου στη κάμερα τον Δημήτρη Κατσαϊτη με τον οποίο συνεργάζομαι από τις αρχές της καριέρας μου και συνενοούμαστε σχεδόν χωρίς να μιλάμε. Από εκεί και μετά είναι θέμα δομής και επιλογής στο μοντάζ. 
 
Πόσο δύσκολο ήταν να συγκεντρωθεί το υλικό και να γίνει η κινηματογράφηση μιας τέτοιας μεγάλης προσωπικότητας; 

Η κινηματογράφηση απλώθηκε στο χρόνο (όπως όλα τα ντοκιμαντέρ λίγο-πολύ) με τη συναίνεση και συνεργασία του Θόδωρου. Το υλικό αρχείου δεν ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί καθώς καταρχήν ο Θόδωρος κρατάει ενα πολύ ενημερωμένο αρχείο, και υπήρχαν τα ντοκιμαντέρ της Λουκίας Ρικάκη και τα δικά μου υλικά (Αυστραλία, Πάτρα) στο αρχείο της Λουκίας.  

Ο κ. Τερζόπουλος έφερε την ιδιαίτερη μέθοδο του στο θέατρο και απογειώθηκε. Έσπασε το φράγμα της Ελλάδας και ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μέσα από τη δουλειά του. Εσείς επιχειρήσατε με τον «Διόνυσο, η επιστροφή» μια επιστροφή πραγματική στις ρίζες του ανθρώπου Θόδωρου Τερζόπουλου. Πως καταφέρατε να προβάλετε και τις δυο όψεις του σκηνοθέτη τόσο αριστοτεχνικά και να τις  συμπτύξετε μέσα σε ένα ντοκιμαντέρ 97 λεπτών;

Το ντοκιμαντέρ έχει διάρκεια 95 λεπτά (δεν είναι σημαντικό αλλά ήταν στοίχημα με τον εαυτό μου να μη περάσω τα 95 ). Πράγματι η επιστροφή είναι η ουσία της ταινίας αυτής, καθώς μιλάμε για έναν απόλυτα διεθνή καλλιτέχνη με πολύ συγκεκριμένη και συνειδητή καλλιτεχνική καταγωγή. Από κει και πέρα είναι θέμα δομής και πολλής δουλειάς στο μοντάζ. Ακόμη και στο κομμάτι της ανάγνωσης των επιστολών της μητέρας υπάρχει μια αφηγηματική εξέλιξη που δημιουργήθηκε στο μοντάζ.
 
Τι έχετε μάθει για το σινεμά και τη ζωή από την εμπειρία αυτών των ταινιών μέχρι στιγμής;

Ότι τίποτα δεν είναι γραμμένο σε βράχο. Οτι μαθαίνουμε και στο σινεμά και στη ζωή τη μια στιγμή ισχύουν την άλλη όχι. Παίρνουμε αυτά που μαθαίνουμε, τα δοκιμάζουμε και βλέπουμε αν λειτουργούν ξανά στις συγκεκριμένες συνθήκες ή όχι. Οπότε μεγάλα μαθήματα δεν έχω εκτός από το ότι αν είμαστε ανοιχτοί και δεχτούμε αυτή τη συνεχή αλλαγή είναι η μόνη μας ελπίδα (αλλά κι αυτό μπορεί ν’ αλλάξει από στιγμή σε στιγμή).
 
 
 ΔΙΟΝΥΣΟΣ, Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Συντελεστές
Σκηνοθεσία-Σενάριο-Μοντάζ
Σπύρος Τσιφτσης
Φωτογραφία
Δημήτρης Κατσαϊτης
Σπύρος Τσιφτσης
Οδυσσέας Παυλοπουλος
Ήχος
Απόστολος Ντασκαγιαννης
Σπύρος Τσιφτσης
Στέλιος Μιχαηλίδης
Πρωτότυπη μουσική
Μιχάλης Τσιφτσης
Color Grading
Γρηγόρης Αρβανιτης
Μιξάζ
Κώστας Βαρυμποπιωτης
Παραγωγή
ΕΚΚ
ΣΠΥΡΟΣ ΤΣΙΦΤΣΗΣ
PORTOLANOS FILMS 
& MOVEIT FILM 
με την ευγενική υποστήριξη της ΕΡΤ
95 λεπτά / έγχρωμο / Dolby 5.1 / © 2020 


 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s