Κείµενο: Νικόλαος Τσιώλης
Το Θέατρο Δάσους γέµισε από νωρίς. Οι δρόµοι γύρω από τον χώρο ήταν κατειληµµένοι πριν ακόµα σκοτεινιάσει — αυτοκίνητα, κόσµος που κινούνταν µε εκείνη τη χαρακτηριστική αγωνία της πρεµιέρας — και µπαίνοντας στο θέατρο, η αίσθηση μιας sold out βραδιάς ήταν αδιαµφισβήτητη. Ʃτη σκηνή, ορατά από νωρίς, σκηνικά στοιχεία που υπόσχονταν κάτι ιδιαίτερο. Η ανυποµονησία ήταν δικαιολογηµένη.
Και η παράσταση ξεκίνησε, πράγµατι, µε τρόπο που λίγες φορές βλέπουµε στο ελληνικό θέατρο: ηθοποιοί αναµεµιγµένοι µέσα στο κοινό, παίζοντας σκετσάκια ζευγαριών που µαλώνουν — ο άντρας από τη µια, η γυναίκα από την άλλη — σε µια διαδραστική εισαγωγή που έσπασε αµέσως τον πάγο µε το κοινό. Ʃαφές µήνυµα: αυτό δεν θα είναι µια ακαδηµαϊκή συνάντηση µε τον Αριστοφάνη.

Τα σκηνικά της Φρόσως Λύτρα είναι λιτά — δεν εντυπωσιάζουν, αλλά ούτε επιβαρύνουν. Ʃυνοδεύουν χωρίς να επικαλύπτουν. Η ουσία βρίσκεται αλλού: στα κοστούµια του Νίκου Χαρλαύτη, που αποτελούν από µόνα τους µια δήλωση. Ένα mix αποκαλυπτικών υφών — γυαλιστερές επιφάνειες, µεγάλα νύχια, νεραϊδένιες λεπτοµέρειες στις χορογραφικές σκηνές — εναλλάσσεται µε πολύχρωµα φουστάνια και µεγαλοπρεπή φορέµατα για τις γυναίκες, ενώ οι άντρες κινούνται ανάµεσα σε αισθητική τύπου Mad Max και µελλοντολογικό αποκαλυπτισµό. Ʃε αυτό το σύνολο διακρίνεται καθαρά η επίδραση της αισθητικής του Κωνσταντίνου Ρήγου, που υπογράφει και τη χορογραφία — η κίνηση του θιάσου διαπερνά ολόκληρη την παράσταση, άλλοτε ως οµαδική έκφραση που πληµµυρίζει τη σκηνή και άλλοτε σε στιγµές πιο λυρικές, σχεδόν νεραϊδένιες, που έρχονται σε όµορφη αντίθεση µε τον κυρίαρχο αποκαλυπτικό τόνο. Η µουσική του Γιώργου Ανδρέου πλαισιώνει διακριτικά — δεν επιβάλλεται, δεν αναζητά την έκλαµψη, ακολουθεί. Ταιριάζει στο σύνολο, µε µία-δύο εξαιρέσεις όπου το ύφος των τραγουδιών του θιάσου φαίνεται να βγαίνει εκτός τόνου σε σχέση µε τη γενική αισθητική.
Ο Αστέριος Πελτέκης φέρνει τη «Λυσιστράτη» στο σήµερα µε διάθεση να αξιοποιήσει την αριστοφανική σάτιρα ως καθρέφτη της εποχής µας: οικονοµική κρίση, social media, τεχνολογία, η ανεστραµµένη κανονικότητα — όλα γίνονται πρώτη ύλη για λογοπαίγνια καισατιρικά πυρά. Η πρόθεση είναι ξεκάθαρη και η αφετηρία υποσχόµενη. Το πρόβληµα είναι ότι αυτή η ενέργεια δεν διατηρείται ισόρροπα σε όλη την παράσταση — ξεκινά δυναµικά και κάπου στην πορεία χάνει τη συνοχή της. Ο θίασος αποδίδει σε υψηλούς τόνους — ο ρυθµός είναι γρήγορος, οι διάλογοι κοφτεροί, η κινησιολογία τέτοια που γεµίζει τη σκηνή ακόµα και στις πιο φορτωµένες στιγµές. Η Ελισάβετ Κωνσταντινίδου στον οµώνυµο ρόλο είναι η αδιαµφισβήτητη αιχµή της παράστασης: πληθωρική, παρούσα, σηκώνει το έργο πάνω της µε τρόπο που σπάνια βλέπεις. Είναι από εκείνες τις ερµηνείες που, ακόµα και όταν το υπόλοιπο έργο χαλαρώνει, εκείνη κρατά τεντωµένο το νήµα.
Εδώ, όµως, βρίσκεται και η µεγάλη αδυναµία της βραδιάς. Προς το τέλος, η παράσταση αρχίζει να χάνει τον αέρα της. Η σκηνή της Κατερίνας Παπουτσάκη µε τον Κρατερό Κατσούλη — που θα µπορούσε να είναι µία από τις πιο δυνατές στιγµές — κράτησε πολύ περισσότερο από ό,τι έπρεπε, επαναλαµβάνοντας το ίδιο σατιρικό µοτίβο χωρίς να προσθέτει τίποτα στον διάλογο ή στην εξέλιξη του µύθου. Η βωµολοχία — που στον Αριστοφάνη λειτουργεί ως εργαλείο, όχι ως αυτοσκοπός — εδώ ξέφυγε σε φτηνό κωµικό στοιχείο, πιο κοντά στην επιθεώρηση παρά στην αρχαία κωµωδία. Και το κοινό το κατάλαβε: ένα σηµαντικό µέρος των θεατών σηκώθηκε και έφυγε πριν το τέλος — όχι λίγοι, αισθητά πολλοί.
Αυτή είναι η ειλικρινής παρατήρηση: η παράσταση δεν αφήνει να εξελιχθεί ο µύθος της Λυσιστράτης µε τον τρόπο που θα άξιζε. Η δόµηση κουράζει εκεί που δεν έπρεπε. Τα φτηνά αστεία που κατακλύζουν ορισµένα σηµεία στερούν από το έργο τη βαρύτητα που χρειάζεται για να διεκδικήσει τη σκηνή της Επιδαύρου µε την ίδια αυτοπεποίθηση που διεκδικεί το Θέατρο Δάσους.
Και εδώ βρίσκεται το πιο ουσιαστικό ζήτηµα — ένα που ξεπερνά τη συγκεκριµένη παράσταση και αγγίζει µια διαρκή παθογένεια του σύγχρονου ελληνικού θεάτρου. Ο Αστέριος Πελτέκης έχει γράψει για τη «Λυσιστράτη» ένα σκηνοθετικό σηµείωµα φιλόδοξο και διαυγές: µιλά για εντροπία, για την επαναδιεκδίκηση του σώµατος ως πολιτικής πράξης, για το γέλιο ως µηχανισµό αποκάλυψης και όχι απλής εκτόνωσης. Το κείµενό του είναι καλογραµµένο και θέτει σωστά τα ερωτήµατα. Το πρόβληµα είναι ότι η παράσταση δεν πάντα ακολουθεί αυτή την υπόσχεση.

Αυτό δεν είναι τυχαίο. Είναι σύµπτωµα. Το µοντέρνο ελληνικό θέατρο — ιδίως όταν έρχεται αντιµέτωπο µε τις µεγάλες τραγωδίες και κωµωδίες της αρχαιότητας — παλεύει µε έναν λαβύρινθο δικής του κατασκευής: θέλει να αποδοµήσει, να εκσυγχρονίσει, να επαναδιαπραγµατευτεί τις διαχρονικές αξίες, και συχνά χάνεται ακριβώς µέσα σε αυτή την προσπάθεια. Ο µύθος — τεράστιος, ανθεκτικός, αυτάρκης — γίνεται τροχοπέδη αντί για εφαλτήριο. Και ενώ το σκηνοθετικό σηµείωµα υπόσχεται µια «ζωντανή πολιτική πράξη», η σκηνή παραδίδει πολλές φορές µια απλή επιδερµική χάιδεψη των ίδιων αναλλοίωτων θεµάτων: η ανισότητα των φύλων, ο πόλεµος, η ανθρώπινη αλαζονεία — όλα παρόντα, κανένα πραγµατικά ανεπτυγµένο.Κι όµως, είναι άδικο να µην αναφερθούν και οι στιγµές που λειτουργούν — γιατί υπάρχουν.
Κάποια αστεία, ιδιαίτερα στις σκηνές µεταξύ των ηλικιωµένων ανδρών αλλά και σε ορισµένες ανταλλαγές µεταξύ των γυναικών, έχουν πραγµατική ευρηµατικότητα και χτυπούν εκεί που πρέπει. Αν αυτές οι στιγµές ήταν ο κανόνας και όχι η εξαίρεση, θα µιλούσαµε για διαφορετική παράσταση. Αντίθετα, βυθίζονται και ξεχνιούνται µέσα στον όγκο των φτηνών αστείων που τις περιβάλλει — και αυτό είναι ίσως η πιο επώδυνη παρατήρηση της βραδιάς.
Η «Λυσιστράτη» του ΚΘΒΕ δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτό. Κουράζει εκεί που δεν έπρεπε, χάνεται στο µέγεθος του υλικού που χειρίζεται, και αφήνει τον θεατή µε την αίσθηση ότι παρακολούθησε κάτι ηµιτελές — όχι ανολοκλήρωτο από έλλειψη ταλέντου, αλλά από περίσσεια φιλοδοξίας που δεν βρήκε τελικά τη σκηνική της απόδοση. Για να δει κανείς αν αξίζει το εισιτήριο, θα πρέπει να αποφασίσει µόνος του αν είναι διατεθειµένος να συγχωρήσει αυτή την απόσταση ανάµεσα στο όραµα και την εκτέλεση.
Λυσιστράτη του Αριστοφάνη Μετάφραση: Κωνσταντίνος Μπούρας | Ʃκηνοθεσία-
Δραµατουργική επεξεργασία-Απόδοση: Αστέριος Πελτέκης Ʃκηνικά: Φρόσω Λύτρα
Κοστούµια: Νίκος Χαρλαύτης | Μουσική σύνθεση: Γιώργος Ανδρέου | Χορογραφία:
Κωνσταντίνος Ρήγος | Φωτισµοί: Ʃτέλιος Τζολόπουλος Παραγωγή: Κρατικό Θέατρο Βορείου
Ελλάδος Πρωταγωνιστεί: Ελισάβετ Κωνσταντινίδου | Μαζί της: Κατερίνα Παπουτσάκη,
Κρατερός Κατσούλης, Αλεξάνδρα Παλαιολόγου, Παναγιώτης Πετράκης, Νίκος Γεωργάκης,
Γιάννης Χαρίσης, Ʃοφία Καλεµκερίδου και το σύνολο του θιάσου του ΚΘΒΕ Θέατρο Δάσους, Θεσσαλονίκη — Πρεµιέρα: 30 Ιουνίου 2026 Ʃυνεχίζεται: Ρώµη (Teatro Ostia Antica, 4-5 Ιουλίου) | Επίδαυρος (21-22 Αυγούστου 2026)
