Μια ρομαντική και ταυτόχρονα εξωπραγματική ιστορία δίνει στην τελευταία του ταινία Ghost Song ( Το Τελευταίο μας Τραγούδι) ο σκηνοθέτης Φατίχ Ακίν.
ΚΕΙΜΕΝΟ: ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΚΟΝΔΡΑΝΗ
Σε ασπρόμαυρο καρέ ο σκηνοθέτης τοποθετεί τους ήρωες του σε ένα άχρωμο Βερολίνο όπου η φασαρία δίνει τη θέση της στη σιωπή. Η ιστορία είναι κλασική. Ένα αγόρι, ο Φάρις, γνωρίζει ένα κορίτσι, τη Φάρα, ερωτεύονται με την πρώτη ματιά και φεύγουν μαζί. Αλλά εδώ έρχεται η μεγάλη ανατροπή καθώς στο πρώτο βράδυ της γνωριμίας τους, στο δρόμο για το σπίτι, ένα τροχαίο με οδηγό το αγόρι, αφαιρεί τη ζωή της κοπέλας και κόβει το νήμα του πιθανού έρωτα τους. Από αυτό το σημείο και έπειτα αυτή, σαν φάντασμα πια, επισκέπτεται τον νεαρό Φάρις με δραματικές και ανατρεπτικές επιπτώσεις.
Ο ρόλος της μητέρας του Φάρα, που κρατά η Anna Bederke, που την είδαμε και στο φιλμ του σκηνοθέτη Soul Kitchen, αποδίδει εξαιρετικά καθώς προσπαθεί να κρατήσει τις ισορροπίες ανάμεσα στην ζωή που τρέχει και σε έναν γιο που παραπέει ανάμεσα στην πραγματικότητα και στη φαντασία. Επίσης την βλέπουμε καλυμμένη με τατουάζ σε αντίθεση με την νεαρή πρωταγωνίστρια που έχει ένα κρυφό τατουάζ για να καλύψει ένα τραύμα του παρελθόντος της επάνω στο κορμί της. Άλλη μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στον χριστιανισμό και στον μουσουλμανισμό που τα τατουάζ θεωρούνται Χαράμ . Δηλαδή αμαρτία.

Ο Ακίν γράφει το φιλμ του, επάνω στον ανθρώπινο πόνο, όπως είχε κάνει και στην ταινία In the Fade, μόνο που αυτή τη φορά ο πόνος δεν οδηγεί στην οργή, αλλά παίρνει τη μορφή του πένθους και της θλίψης. Ο σκηνοθέτης βουτάει τον ήρωα του στα πέντε στάδια του πένθους μέσα σε 40 ημέρες. Όσες δηλαδή χρειάζεται η ψυχή για να αναληθεί στους ουρανούς σύμφωνα με τις δυτικές θρησκείες. Ο σκηνοθέτης όμως δεν αφήνει τίποτα να πέσει κάτω και σχολιάζει επίσης το θέμα της πολυπολιτισμικότητας στην Ευρώπη και στο Βερολίνο ιδιαίτερα. Η Φάρα είναι μουσουλμάνα και εμφανίζεται συντηρητικά ντυμένη, με το χιτζαμπ στο κεφάλι όταν είναι ακόμη ζωντανή και σύμφωνα με μια σκηνή της ταινίας, της αρέσει να το φοράει παρά την αρνητική κριτική της μητέρας της.
Όταν πεθαίνει απελευθερώνεται από τα δεσμά της θρησκείας και εμφανίζεται με τα μαλλιά της λυτά και με ντύσιμο που αρμόζει σε κορίτσια της ηλικίας της στο σύγχρονο Βερολίνο.
Επιπλέον η διαφορά αυτή στο θρήσκευμα, δεν δείχνει να απασχολεί τον κεντρικό μας ήρωα καθώς ένα ρατσιστικό σχόλιο στην αρχή του φιλμ από τον φίλο του για την Φάρα δεν δείχνει να τον ενοχλεί.

Η χημεία μεταξύ του πρωταγωνιστικού ζευγαριού είναι εξαιρετική. Ο Eren M. Güvercin που κρατά τον ρόλο του Φάρις περνά τα στάδια της θλίψης πειστικά όπως κάθε νέος στη θέση του. Η Mariam Dawoud στο ρόλο της Farasha γεμίζει την οθόνη με την υπνωτιστική παρουσία της και το στιβαρό της παίξιμο.
Ο σκηνοθέτης σε αυτό το φιλμ φέρνει κάτι διαφορετικό συγκριτικά με τις προηγούμενες δουλειές του. Καταφέρνει να περάσει από τη φαντασία στην πραγματικότητα και το αντίστροφο διηγούμενος μια όμορφη και θλιβερή ιστορία σπάζοντας τα στεγανά των θρησκειών μέσα από τα μάτια δύο νέων ανθρώπων. Ανοιχτών ακόμη στην αγάπη και στον έρωτα. Και μέσα από αυτή του την ματιά αποκαλύπτει σε όλους εμάς πως τίποτα δεν μένει σε αυτή τη ζωή. Ολα είναι φθαρτά. Ένα πέπλο χωρίζει τους ζωντανούς από τους νεκρούς, είναι μια φράση μέσα στο φιλμ. Αυτό που δεν μπορεί να χωρίσει τους ζωντανούς και τους νεκρούς είναι μόνο η αγάπη. Αυτή μας κρατά δεμένους και ξεπερνά ακόμη τις θρησκείες, τις θεωρίες, τις απόψεις και τελικά τον ίδιο τον θάνατο.
Η ταινία προβάλλεται στις αίθουσες του 67ου Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, που διεξάγεται από τις 5 έως τις 15 Νοεμβρίου 2026.
